Η αφήγηση ελκυστική σαν παραμύθι κι όμως αληθινή και το χορικό άσμα…ηχώ του θρήνου και του πόνου του Προμηθέα ανθρώπου, της μάννας για το παιδί και του παιδιού για τη μάννα.
Το σκηνικό του εξώφυλλου, ένα αισθητικό μεγαλείο, με ένα συμβολισμό, που έχει κεντρικό πυρήνα ιδεολογικό περιεχόμενο και μια πρόθεση να εγείρει συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις – μεταπτώσεις – με έμμεσο και υπαινικτικό τρόπο, γιατί έχει κέντρο τον άνθρωπο και την τραγικότητα του.
Ο Καύκασος βυθισμένος στο σκοτάδι…με κάποια μόνο παράθυρα φωτός, πλήττεται από βροντές …κεραυνούς…και καταιγίδες και στην κορυφή του βουνού ο γιός του Τιτάνα Ιαπετού, Προμηθέας αλυσοδεμένος σπαράσσεται από πόνους καθώς ο αετός ξεσχίζει τα σπλάχνα του…
Ο Προμηθέας.! Ο ονειροπόλος…ο ήρωας…ο επαναστάτης…μόνος, ολομόναχος μέσα στις ωδίνες του, γιατί τόλμησε να φέρει τη φωτιά, το φως, την πρόοδο στους ανθρώπους…Επιχείρησε να καταλύσει το κατεστημένο…το κράτος και τη βία του Δία, του πατέρα των Θεών. Ο Προμηθέας που δε θέλησε να προσαρμοσθεί στην παγκόσμια Νομοτέλεια, θα τιμωρηθεί…ώσπου να τον σώσει από τα βάσανα του ο Ηρακλής.
Ποια είναι λοιπόν η Νομοτέλεια? Μας το διδάσκει η φύση: ένας διαρκής πόλεμος, συνεχής αγώνας, πτώση, θάνατος κι ανάσταση… Από τις παλιές ρίζες θα φυτρώσουν νέα βλαστάρια…τα φύλλα που θα πέσουν από το δένδρο θα γίνουν λίπασμα για να φυτρώσει μια παπαρούνα, ένα κυκλάμινο…το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή…ο ήρωας ξέρει να φωτίζει κάθε γωνιά που τον περιβάλλει και υπερσκελίζει τόπο και χρόνο. Μήπως ο Ηράκλειτος είχε δίκαιο λέγοντας «πόλεμος πατήρ πάντων?».
Μήπως η κάθοδος των Δωριέων με τα όπλα από σίδηρο δεν ήταν πόλεμος? δε δημιούργησε τον υπερπληθυσμό και αυτός…τους λόγους – αίτια – για μετοίκηση των Ελλήνων της Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας στην Ασία? (8ος π.χ. αιώνας). Και ύστερα πάλι τον 7ο π.χ. αιώνα τη μετοίκηση από την Ασία στα παράλια του Ευξείνου Πόντου? Κι ύστερα με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο από τον Πόντο στον Καύκασο? Και από τον Καύκασο με το τέλος του πολέμου και τη συνθήκη του Μπρέστ Λιτόφσκ στην κοιτίδα τους, την Ελλάδα…Με τα πανέμορφα ακρογιάλια της και τον ζεστό ήλιο της κάνοντας τον πόνο τους σοφία! Στην κοιτίδα τους νόμισαν πως θα βρουν φιλόξενους αδελφούς. Όμως οι ντόπιοι όχι μόνο δεν τους ήθελαν, τους αποκαλούσαν και «Τουρκόσπορους»…! Τους Πόντιους, τους Τραντέλληνες…που ο Μέγας Αυστριακός ιστορικός, δημοσιογράφος και περιηγητής Falmerayer αποκάλεσε γνήσιους Έλληνες, χωρίς καμιά επιμειξία, απόγονους των Αρχαίων Ελλήνων... Ανιστόρητοι οι ντόπιοι κάτοικοι και οι κυβερνήσεις... Έτσι οι πρόσφυγες ήταν πρόσφυγες και στον τόπο τους και στην κοιτίδα τους, με όλα τα δεινά, ασθένειες, πείνα, έλλειψη νερού και εκμετάλλευση. Τα Λοιμοκαθαρτήρια του Χαρμάγκιοϊ (Ευόσμου) και της Καλαμαριάς όπου απολύμαιναν τα ρούχα και ξύριζαν τα κεφάλια των προσφύγων προς αποφυγή τύφου και άλλων ασθενειών…υπήρξαν το όνειδος του ανθρώπου.
Στους τόπους αυτούς χάθηκε το άνθος της φυλής μας νέοι και νέες γεμίζοντας τους ομαδικούς τάφους. Περιττό να μιλήσω εγώ…! τα έγραψαν όλα οι συγγραφείς αυτού του καλαίσθητου βιβλίου με μια γλώσσα λογοτεχνική, που απαλύνει τον πόνο μας…Περπάτησαν τους δρόμους της προσφυγιάς και περισυνέλλεξαν τα δάκρυα των δικών τους, των δικών μας, για να δώσουν φως στο σκοτάδι, να σπάσουν την κρούστα της συγκάλυψης, όπως έπραξαν οι πρώτοι μας διανοούμενοι – Τραντέλληνες – που τόλμησαν να διακόψουν την ένοχη σιωπή των κρατούντων να δείξουν πως δεν είναι απρόσωποι αλλά έχουν ταυτότητα και να αλλάξουν έτσι να αλλάξουν το ιστορικό γίγνεσθαι αυτού του κόσμου…
Τους ευχαριστούμε όλους από καρδιάς και ευχαριστούμε και τους συγγραφείς του βιβλίου αυτού, που συνεχίζουν το έργο των πρώτων Ελλήνων προσφύγων, που έφθασαν στην Ελλάδα. Στέκομαι με πολύ αγάπη και ευγνωμοσύνη απέναντι στους συγγραφείς προσπαθώντας να κρύψω το απόκρυφο δάκρυ μου.
Το ποίημα που ακολουθεί ιστορεί τα πάθη της προσφυγιάς και είναι από τη συλλογή μου «Τα ονείρατα μου μια αστραπή»
Η προσφυγοπούλα
Στον Πόντο άφησα τους τάφους των προγόνων μου…
Στους δρόμους του Καυκάσου πατέρα και αδελφό.
Στη θάλασσα τη Μαύρη μνήμα της μάννας μου, το κύμα…
Εδώ.! σε τάφο ομαδικό τον άλλο μου αδελφό…
Κι εγώ που απόμεινα απ΄ τη λαίλαπα του τύφου ξεχασμένη
πλανήθηκα απρόσωπη, με ξυρισμένο το κεφάλι,
με ζαρωμένο από τον Κλίβανο το ρούχο μου,
με μια ελιά στο στόμα κι ένα κομμάτι ξερό ψωμί στο χέρι
με την επωνυμία Τουρκόσπορο του Πόντου,
γυρεύοντας κάποια γωνιά να ξαποστάσω…
Στις νύχτες μου τις ζοφερές και τις πικρές μου μέρες,
βουβή καθόμουνα στον ήσκιο της υπομονής,
κρατώντας την ελπίδα σφιχτά στη χούφτα μου…
Κι όλο την ξαστεριά επρόσμενα μετά την καταιγίδα…
κι όλο το γέλιο να διαδεχτεί το δάκρυ…
Γέλιο και δάκρυ που παν μαζί αιώνες τώρα…!!
Έτσι… καθώς επρόσμενα, περάσανε τα χρόνια…
Μα! η πληγή στο στήθος μου αιμορραγεί ακόμα…