Άναψε τη μασίνα, πήγε στις φωλιές και μάζεψε τ΄ αυγά, το σπιτικό της είχε τυρί, βούτυρο, λάδι ή λίγδα παλιότερα, πήρε αλεύρι από το τσουβάλι, το κοσκίνισε μέσα στο ταψί, το ζύμωσε με νερό και αλάτι, το σταύρωσε, το άφησε να ξεκουραστεί (φουσκώσει).
Νάτην τώρα η γιαγιά Μαρία, έδεσε σφιχτά τη μαντίλα, ανασκούμπωσε τα μανίκια, πήρε το φουσκωμένο ζυμάρι, το μεγάλο πλάστη και άρχισε να ανοίγει τα φύλλα της πίτας, πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντηλο του τραπεζιού της κουζίνας.
Δεν γνωρίζουμε με πόσα φύλλα ήταν η πίτα. Με δυο, με τέσσερα, με έξι ή ήταν Κυριακάτικη με δώδεκα. Η μυρουδιά της όμως, ευωδία μοναδική ακόμη και από τη φωτογραφία είναι αισθητή, φτάνει αυτή τη στιγμή μέχρι το σπίτι μας και τρυπά τα ρουθούνια μας.
Την έψησε στη μασίνα, στα νιάτα της όμως την έψηνε στο φούρνο ή στη μεγάλη στρογγυλή γάστρα.
Τί γλυκιά μορφή, τί ηρεμία, γυναίκα του καθήκοντος, χωρίς διαμαρτυρίες, ταγμένη στην οικογένεια, ταμμέν΄ στουν άντρατς κι στου σπίτ, όπως συνηθίζανε να λένε οι χωριανοί.
Γεννημένη στις αρχές του 20ου αιώνα στο αλύτρωτη Θράκη και τί δεν είδαν τα μάτια της στη ζωή;
Με το κάρο, ακολουθώντας το καραβάνι της προσφυγιάς, βρέθηκε με την οικογένειά της, κοριτσάκι δέκα τεσσάρων χρόνων, στο Καρασούλι του Κιλκίς.
Μικρή παντρεύτηκε, μικρή χήρεψε, νέα ξαναπαντρεύτηκε, με ένα καλό, συνομήλικο παλληκάρι, μακρινό συγγενή, τον Δημητρό και κατοίκησαν σε ένα μικρό χωριουδάκι της Θράκης, όπου έμειναν πατριώτες και συγγενείς της κατά την προσφυγιά.
Έζησε τους Βαλκανικούς, δύο Παγκόσμιους και έναν εμφύλιο πόλεμο, προσπέρασε θανατικά, γεύτηκε όμως και χρόνια καλά και δημιουργικά.
Έγινε πολύτεκνη μάνα, πρόκοψε η οικογένειά της, πολλά τα παιδιά, πολλά και τα εγγόνια της. Όλους τους φρόντισε, σε όλους άφησε την ευχή της, λίγο πριν πάρει το δρόμο της αιωνιότητας.
Αλησμόνητη γιαγιά Μαρία, ταλαιπωρημένες γιαγιάδες και μανάδες, γυναίκες εκείνης της εποχής.
Θρακιώτισσες, πόντιες, μικρασιάτισσες, ανατολικορουμελιώτισσες, πολάτισσες, βλάχες, σαρακατσάνες, γηγενείς, γιαγιάδες και μανάδες όλης της γης,
Γλυκάνατε τη ζωή μας με το χάδι σας. Μας γαλουχήσατε με το προσωπικό σας παράδειγμα, με παραινέσεις και συμβουλές, με μετρημένη αυστηρότητα. Μας μεγαλώσατε με περιορισμένα μέσα, αξιοποιημένα με τέχνη, μεράκι και ευρηματικότητα, με μοναδικές μυρωδιές και γεύσεις από το σπιτικό φούρνο και την πήλινη κατσαρόλα που έβραζε πάνω στην πυροστιά της πρόχειρης κουζίνας.
Απροσπέραστης γεύσης, ποιότητας και τέχνης οι Θρακιώτικες τυρόπιτες, κολοκυθόπιτες, μπρουστουρόπιτες (με λάπατα), σπανακόπιτες, πρασόπιτες και οι απίθανες γλυκόπιτες, σουσαμόπιτες και ρυζόπιτες, έσβηναν την πείνα μας και γλύκαιναν τα χείλη μας.
Ήταν τυχερά, πάρα πολύ τυχερά τα παιδιά, που μεγάλωσαν σε σπίτια όπου ζούσε η γιαγιά.
Γιαγιάδες μας, αιώνια τιμή σας πρέπει και αιωνία είναι η μνήμη σας.
Υ.Γ. Τυρόπιτα, με πολλά φύλλα ήταν και η Αγιοβασιλιάτικη-Πρωτοχρονιάτικη πίτα. Εκτός από το νόμισμα, περιείχε και όλη την περιουσία, το σπίτι, τα χωράφια, το ζευγάρι, τα πρόβατα, το ντάμι (μαντρί), τον αχυρώνα, τις κότες κλπ, που συμβολίζονταν από τα ισιάνια-τσακνούδια (σημάδια- μικρά ξυλαράκια), ώστε κάθε μέλος της οικογένειας να έχει το τυχερό της χρονιάς, που έπρεπε να το φροντίζει.
Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2021 20:30
Θρακιώτικες παραδοσιακές πίτες της γιαγιάς
Γράφει ο Τάσος Γιοβανούδης.
Τα εγγόνια ζήτησαν πίτα κι η γιαγιά Μαρία, τί κι αν πέρασε τα ογδόντα, καιρό δεν έχασε.



