ΧΩΡΥΓΙ. Ένας περίβλεπτος λόφος με διαχρονική ιστορία στο Βόρειο τμήμα του ν. Κιλκίς Ένα περίοπτο φυσικό έξαρμα, με βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους στην κορυφή του, το ‘Κάστρο’ ή ‘Λαζαρίτσα’, στα Ανατολικά του ποταμού Αξιού, 17χλμ ΒΔ από την πόλη του Κιλκίς και 1,5χλμ από τον σύγχρονο οικισμό του Χωρυγίου, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη του βόρειου τμήματος του ν. Κιλκίς.
Επιχείρηση αναδάσωσης στις παρειές του λόφου το 1985 τραυμάτισαν τη μορφή του και κατέστρεψαν αρχαιότητες. Έχουν εντοπιστεί οικιστικά κατάλοιπα στις παρυφές του λόφου και -μεταξύ άλλων ευρημάτων- θραύσματα αγγείων κυρίως των κλασικών χρόνων. Επίσης, ήρθαν στο φως και τμήματα περίπου 15 συλημένων τάφων, στην πλειονότητά τους κιβωτιόσχημοι επιμελούς κατασκευής, που πιθανότατα ανήκαν στον αταύτιστο μέχρι σήμερα οικισμό της κλασικής εποχής.
Από σύληση τάφου της περιοχής προέρχεται χάλκινο κράνος, του λεγόμενου «ιλλυρικού» τύπου, του 4ου αι. π.Χ., με εγχάρακτη παράσταση λιονταριών στην προμετωπίδα του. Άλλο σημαντικό εύρημα από την περιοχή είναι ένα μικρό άγαλμα της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και της ομορφιάς, που χρονολογείται στους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους, πιθανόν από ιερό της.
Γεωργία Στρατούλη, Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Κιλκίς
Νίκος Κωνσταντινίδης, δάσκαλος, συγγραφέας:
Το Κάστρο του Χωρυγίου Σε μικρή απόσταση από το χωριό, στη βορεινή πλευρά, υψώνεται σε θέση φρουρού το κάστρο του Χωρυγίου, γνωστό στους κατοίκους του ως «Γαλά». Το όνομα αυτό είναι παραφθορά της τουρκικής λέξης «καλέ» που σημαίνει κάστρο. Η περιοχή του κάστρου λεγόταν παλιά Καλαμπάκ (καλέ+μπακ) από όπου προέρχεται και η λέξη Καλαμπάκα, που στα τουρκικά σημαίνει φρούριο από βράχους. «Γαλά» ονόμαζαν οι παππούδες μας, επίσης, το κάστρο στο Ντορτκιλισέ, του οποίου η ύπαρξη προφανώς συνέβαλε στην επιλογή του Χωρυγίου ως τόπου για τη μόνιμη εγκατάστασή τους. Το κάστρο του Χωρυγίου (Τούμπα ή Λαζαρίτσα), είναι ένα προϊστορικό μεγαλιθικό μνημείο. Ένα φυσικό οχυρό, υψιτενές, που η κορυφή του στεφανώνεται από κιβωτιόσχημους ασβεστολιθικούς βράχους. Μέσα στις σχισμάδες των βράχων ήταν παλιά ριζωμένες συκιές, που έδιναν νόστιμα μαύρα σύκα.
Στις μέρες μας το κάστρο του Χωρυγίου συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πολλών αναρριχητών. Σε βιβλίο που εξέδωσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κιλκίς, με τον τίτλο «Αρχαιολογική περιήγηση στο νομό Κιλκίς», σελ. 103, σε κείμενο της αρχαιολόγου Θωμαής Σαββοπούλου αναφέρεται: «Στο λόφο του κάστρου Χωρυγίου είναι ορατά επιφανειακά οικιστικά λείψανα ενός οικισμού: τοίχοι, κατώφλια, πιθάρια, που ανακαλύφθηκαν μετά από καταστροφική προσπάθεια δεντροφύτευσης το 1985. Στις υπώρειές του απλώνεται συλημένο νεκροταφείο κιβωτιόσχημων τάφων, πιθανότατα κλασικών χρόνων. Οι ιστορικοί προτείνουν και τοποθετούν στη θέση αυτή το ρωμαϊκό σταθμό «Ταυρίανα», μικρό πόλισμα (πόλη), για να εξυπηρετεί τις ανάγκες των οδοιπόρων που κατευθύνονταν προς Θεσσαλονίκη και Ιδομενές (Ειδομένη), κατά μήκος της πορείας του Αξιού. Μια παλαιότερη υπόθεση ότι ο σταθμός αυτός έπρεπε να αναζητηθεί στα όρια του σημερινού Πολυκάστρου, φαίνεται λιγότερο πιθανή. Από τάφο πιθανότατα της περιοχής του κάστρου Χωρυγίου προέρχεται η παράδοση μιας χάλκινης περικεφαλαίας. Πρόκειται για ένα κράνος «ιλλυρικού» τύπου, με εγχάρακτη παράσταση λιονταριών στην προμετωπίδα του. Η πολεμική αρετή ήταν το υπέρτατο ιδανικό των Μακεδόνων. Το κράνος αποτελούσε τμήμα της πολεμικής τους εξάρτυσης. Ενδεχομένως η παράσταση των λιονταριών να μην έχει μόνο διακοσμητικό χαρακτήρα...».
Στις παρυφές του κάστρου υπάρχει «τη καρβωνί' τ' ορμίν». Ένα μικρό ρέμα που η κοίτη του έχει χρώμα κάρβουνου. Στους πρόποδες του κάστρου, στην πλευρά που βλέπει προς το χωριό, υπήρχαν παλιά τα μαντριά των Πετριδαίων, του Σάββα Χρυσουλίδη, του Ιωάννη Χρυσουλίδη, του Στέφανου Αθαναηλίδη (Τριανταφυλλίδη) και του Ξενοφώντα Θεοδωρίδη. Στο Β' Βαλκανικό Πόλεμο (1913) στην περιοχή αυτή στρατοπέδευσε η 10η ταξιαρχία του ελληνικού ιππικού, ενώ στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι γαλλικές συμμαχικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν το κάστρο ως παρατηρητήριο.
Τα κάστρα έχουν μια ιδιαίτερη αξία στην ιστορία του ελληνισμού. Στη φύση τους αμίλητα και στην παρουσία τους εύγλωττα, χτίσματα της θείας φύσης, όχι μόνο δεσπόζουν στο τοπίο που υπάρχουν, αλλά και σώζουν σε δύσκολους καιρούς ανθρώπους που αναζητούν σ' αυτά καταφύγιο. Ήταν οι γνωστές ακροπόλεις του κάθε χωριού και της κάθε πόλης.



