Επιφυλάσσω στον εαυτό μου μια πολυτέλεια, ει δυνατόν κάθε χρόνο. Επισκέπτομαι, συνήθως εκτός τουριστικής σεζόν, μια ευρωπαϊκή πόλη από τις χώρες που πρωταγωνίστησαν στην αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος από τον σκοταδισμό του Μεσαίωνα. Και κυρίαρχη, πρωτεύουσα θέση, έχει πάντα η Ιταλία και η Ρώμη.
Στην αιώνια πόλη λοιπόν βρέθηκα τέσσερις μέρες από 17-20 Μαρτίου. Δεν θα μπω στον πειρασμό να περιγράψω όσα κυρίως αισθάνεται κανείς όταν επισκέπτεται τις πλατείες και τις Βασιλικές της Ρώμης. Ο λόγος θα αδικήσει σίγουρα τα γεννήματα του Μικελάνζελο, του Πιντουρίκιο, του Τζιόττο, του Μπερνίνι, του Ραφαήλ….
Θα περιοριστώ σε πεζές και συνάμα μελαγχολικές διαπιστώσεις:
Η Ρώμη αυτές τις μέρες, όπως σε όλες τις μέρες του έτους, βουλιάζει κυριολεκτικά από τα εκατομμύρια των επισκεπτών – τουριστών και η οικονομία της χώρας επωφελείται από τα δισεκατομμύρια που αφήνουν. Εξυπακούεται ότι εκατομμύρια Ιταλοί ζουν και μάλιστα καλοζούν από τον τουρισμό.
Σε τέσσερις ημέρες κι ενώ η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο κατά του Καντάφι, δεν είδα ούτε ένα αποκλεισμό δρόμου, ούτε μια κατάληψη, ούτε μια πέτρα να εκσφενδονίζεται, ούτε μια μολότοφ κατά αστυνομικού, ούτε βιαιοπραγία, τίποτε που να ταράζει την ομαλή ζωή της πόλης και των εκατομμυρίων επισκεπτών της.
Οίκοθεν νοείται πως ουδείς διανοήθηκε να κλείσει μουσείο ή να εμποδίσει τον επισκέπτη από την Ελλάδα ή τις Φιλιππίνες κ.ο.κ. να απολαύσει όσα ενδεχομένως μια ζωή ονειρευόταν.
Στην πιάτσα Ναβόνα, απόγευμα Σαββάτου, με τον Μπερλουσκόνι να έχει συμπαραταχθεί με Αγγλογάλλους στην απαγόρευση πτήσεων στη Λιβύη, μερικές δεκάδες Ιταλών διαδήλωσαν με ταμπούρλα, φώναξαν τα συνθήματά τους, είπαν τα τραγούδια τους και συνέχισαν για άλλη πλατεία.(στην Πιάτσα Ναβόνα, τους …πέτυχα εγώ).
Ούτε καν αστυνομία υπήρξε, αλλά και να υπήρχε αχρείαστη θα ήταν, αφού κανείς δεν διανοήθηκε να ασκήσει βία.
Αυτά τα ολίγα, έτσι για να χωνέψουμε τη διαφορά μας από τους κατά τα άλλα «Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» γείτονές μας Ιταλούς.
Θ.Π.



