Έφυγε σχεδόν όρθιος, όπως όρθιος έζησε όλη τη ζωή του. Παραμονή που διακομίστηκε στο Νοσοκομείο ο θείος Σέμκας, το Σάββατο, έκανε την τελευταία του βόλτα με το ποδήλατο. Ήταν η αγαπημένη του συνήθεια. Ποτέ δεν οδήγησε αυτοκίνητο. Με τα πόδια και το πολύ πολύ με το ποδήλατο διάβηκε την ανεπίληπτη ζωή του.
Σαράντα τόσα χρόνια στην κοινότητα Χέρσου είναι αμφίβολο αν έλλειψε σαράντα μέρες από την εργασία του για οποιοδήποτε λόγο. Υποδειγματικός κοινοτικός – δημόσιος υπάλληλος, πρόθυμος να εξυπηρετήσει τους πάντες, να βρει λύση στο πρόβλημα του κάθε δημότη, χωρίς να ξεχωρίζει δικούς και άλλους.
Μα, αυτό ήταν το λιγότερο. Θα μπορούσε να προκηρυχθεί διαγωνισμός με ερώτημα: Πότε τον είδατε θυμωμένο , πότε τον ακούσατε να εκστομίζει κακό λόγο για συνάνθρωπό του. Όχι τώρα που έφυγε, και ως γνωστόν οι νεκροί δεδικαίωνται, αλλά εν ζωή. Μάταιος κόπος. Ποτέ!
Ολόιδιος με τον πατέρα του, τον παπού Ηλία. Ένας καλόκαρδος γίγαντας. Και της γιαγιάς Ανυσίας, μιας πανέξυπνης γυναίκας που τον ανάστησε κι ανέλαβε χρέη μάνας και πατέρα σε χρόνια δίσεκτα.
Γεννήθηκε το 1930, λίγα χρόνια αφότου η φαμελιά του εγκαταστάθηκε στο Ελευθεροχώρι. Από την Ίμερα της επαρχίας Αργυρούπολης του Πόντου οι δικοί του μετανάστευσαν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Ίμερα της Τσάλκας στη Γεωργία τώρα, στη Ρωσία τότε.
Έζησε σε ταραγμένα χρόνια. Γιγαντόσωμος με σπάνια ρώμη ήταν το στήριγμα κι ο ίσκιος που έβρισκαν καταφυγή και ασφάλεια οι δικοί του. Έχουν να λένε ιστορίες όσοι μοιράστηκαν μαζί του εκείνες τις μέρες της εφηβείας. Με κοινή επωδό: «Όταν ήταν μαζί μας ο Σέμκας, δεν φοβόμασταν κανένα» , όπως θυμάμαι το μακαρίτη τον πατέρα μου ν’ αναστορεί.
Στο Δημοτικό Σχολείο στο Ελευθεροχώρι και στο Γυμνάσιο Κιλκίς διακρίθηκε για την οξύνοια και την έφεσή του στα γράμματα. Και αν δεν κατάφερε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο ήταν γιατί στα ταραγμένα εκείνα χρόνια δεν υπήρχαν οι στοιχειώδεις οικονομικές προϋποθέσεις. Ο παπούς Ηλίας βρέθηκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ πολεμώντας τους Γερμανούς και αργότερα ως πολιτικός πρόσφυγας έζησε μερικά χρόνια στην Τσεχοσλοβακία.
Ο θείος Σέμκας έπρεπε να φροντίσει και την οικογένεια κι από μικρός ρίχτηκε στη βιοπάλη. Πάντα με το χαμόγελο, πάντα με καλή καρδιά.
Ήταν το στήριγμα όχι μόνο της στενής του οικογένειας, αλλά το σημείο αναφοράς για όλους. Νουνεχής, μειλίχιος και καλόκαρδος είχε πάντα την έξωθεν καλή μαρτυρία για να συμβιβάσει, να εκτονώσει, να φέρει κοντά όσους χώριζε η πρόσκαιρη ένταση.
Δεν υπήρχαν γάμος και χαρά, βαφτίσια και γιορτή, λύπη και πένθος από τον χαμό συγχωριανού του που να έλλειψε ο θείος Σέμκας. Η κολώνα του χωριού, ήταν πάντα εκεί, πάντα παρών.
Έζησε φριχτά χτυπήματα της μοίρας. Έχασε τη νιόπαντρη, μονάκριβη αδελφή του, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Και κοντά σαράντα χρόνια αργότερα έχασε και τον ανεψιό του, το γιό της, τον αλησμόνητο Σάκη Αθανασιάδη. Αλλά έμεινε αλύγιστος. Μετουσιώνοντας τον πόνο σε ανθρωπιά, τα δίσεκτα χρόνια σε κατανόηση του Άλλου, του διαφορετικού, την ανέχεια σε αξιοπρέπεια και περηφάνεια, την ταραχή σε αγάπη.
Με την λατρευτή του θεία Ερμιόνη δημιούργησαν μια οικογένεια – κόσμημα. Σπούδασε τα παιδιά του, τη δικηγόρο Ελένη Ξανθοπούλου και τον καθηγητή φυσικής αγωγής Ηλία Ξανθόπουλο. Από τους οποίους απέκτησε δυο εγγόνια, τη δικηγόρο Ερμιόνη Ξανθοπούλου, που τώρα διδάσκει σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου και την οικονομολόγο Ελένη Τερζίδου - Ξανθοπούλου που εργάζεται σε μεγάλη γερμανική εταιρεία στο Βερολίνο.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η οικογένεια μετακόμισε στο Χέρσο. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στους γονείς του. Την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου εκατοντάδες Κιλκισιώτες μαζί με τους οικείους του τον αποχαιρέτισαν στον Ιερό Ναό Κωνσταντίνου και Ελένης στο Χέρσο κι αργότερα στην τελευταία του κατοικία στο Ελευθεροχώρι.
Εκεί αναπαύεται τώρα εν ειρήνη ο θείος Σέμκας. Όπως εν ειρήνη έζησε. Δίκαιος ο Πανάγαθος θα του έχει μια θέση εν κόλποις Αβραάμ και Ισαάκ.
Σε εμάς που τον κατευοδώσαμε μια η προσευχή: Κύριε κάνε στον Κόσμο να λάμπουν Άνθρωποι σαν τον θείο Σέμκα. Για να ομορφαίνει η Ζωή μας και να δοξάζουμε το Όνομά Σου.
Αμήν.
Θεοφύλακτος Παγλαρίδης



