espa pkm

Κυριακή, 12 Απριλίου 2026, 3:59:43 μμ
Δευτέρα, 09 Μαϊος 2016 23:09

Έλλειπαν οι ιωροί, καταστράφηκε το Ίωρον

Έναν από τα πλέον σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους του νομού, λεηλάτησαν για τρίτη φορά στα τελευταία χρόνια άγνωστοι βάνδαλοι. Οι εγκαταστάσεις φιλοξενίας των επισκεπτών στο αρχαίο Ίωρον, κοντά στο Παλατιανό, λεηλατήθηκαν και παρουσιάζουν εικόνα απόλυτης καταστροφής, λίγες ημέρες μάλιστα πριν τη διοργάνωση πολιτιστικής εκδήλωσης από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Κιλκίς σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς της περιοχής.
Το αναψυκτήριο, οι τουαλέτες και όλη γενικά η εγκατάσταση φιλοξενίας που με τόσο μεράκι είχαν κατασκευάσει οι αρμόδιες υπηρεσίες δέχτηκαν  την εισβολή     των βανδάλων και  δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Και η βαρβαρότητά τους δεν εξαντλήθηκε μόνο σε όσα χρήσιμα γι’ αυτούς είδη έκλεψαν, αλλά εκτάθηκε  και σε καταστροφή όλης της εγκατάστασης.


Είναι άγνωστο πότε έγινε η «επίσκεψη» των βανδάλων, αφού έγινε αντιληπτή μόνο ύστερα από τυχαία επίσκεψη πολιτών της περιοχής που δραστηριοποιούνται στον τομέα του πολιτισμού. Και δεν είναι η πρώτη: Σύμφωνα με μαρτυρίες των ιδίων, τουλάχιστον άλλες δυο φορές στο παρελθόν ο αρχαιολογικός χώρος  δέχτηκε παρόμοιες «επισκέψεις» ατόμων που δεν σεβάστηκαν την ιερότητα του χώρου και έδρασαν ως βάρβαροι.
Φύλακες και φρουρούς του αρχαιολογικού ειδικά στις μέρες μας είναι σχεδόν ουτοπικό να ζητήσει κανείς. Δυστυχώς ούτε καν η ονομασία της πόλης αποδείχτηκε ικανή να την φυλάξει. Στον αρχαίο Ίωρον απουσίαζαν οι ιωροί ανέκαθεν, οι φρουροί δηλαδή, αφού αυτό σημαίνει η αρχαιοελληνική λέξη.  Αλλά περίσσευε ο σεβασμός. Τώρα περισσεύουν οι βάρβαροι. Φευ, όχι κατά ανάγκην εισαγόμενοι.   

Αποκάλυψη της αρχαίας πόλης Ίωρον
Ἡ πρώτη ἀνασκαφική ἔρευνα στήν περιοχή διενεργήθηκε στά 1961 ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Φ. Ζαφειροπούλου, μέ αφορμή τήν ανεύρεση τεσσάρων μαρμάρινων ἀγαλμάτων ὑπερφυσικοῦ μεγέθους. Ακολούθησαν άλλες δυό σύντομες ανασκαφικές περίοδοι, τό 1965-6 καί 1977, μέ επικεφαλῆς τούς αρχαιολόγους Φ. Πέτσα καί Λ. Παρλαμά αντίστοιχα. Ὅμως η συστηματική ανασκαφή του χώρου κατέστη δυνατή μόνο έπειτα από 16 χρόνια, τό 1993, από τήν αρχαιολόγο Η. Αναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη. Η προσπάθεια αὐτή, πού συνεχίζεται έως σήμερα, οδήγησε στήν αποκάλυψη μέρους τῆς αρχαίας πόλης.
Από την έρευνα προέκυψαν όλα τά οικοδομικά λείψανα της πόλης. Πρόκειται γιά τέσσερα κτήρια καί λείψανα ενός πέμπτου. Από τά παραπάνω κτήρια, ιδιαίτερης παρουσίασης χρήζουν τά δυό βορειότερα. Πρόκειται γιά δυό ηρώα, κτήρια δηλαδή πού ήταν προορισμένα γιά τήν μετά θάνατον λατρεία ἐπιφανῶν κατοίκων τῆς πόλης. Τό νοτιότερο ἀπό τά δυό είναι ένα μονόχωρο στεγασμένο κτήριο διαστάσεων 4,10x3,66μ., που περιβάλλεται από λίθινο καί σχεδόν τετράγωνο περίβολο (13x16,20μ.)  Στόν δυτικό τοίχο του κτιρίου βρισκόταν ένα υψηλό βάθρο πάνω στό ὁποίο ήταν στερεωμένα τά αγάλματα τῶν αφηρωισμένων νεκρών πού προαναφέρθηκαν. Πρόκειται γιά τέσσερα μαρμάρινα αγάλματα υπερφυσικοῦ μεγέθους όσον αφορά στήν ταυτότητά τους, τήν πληροφορούμαστε ἀπό ἐπιγραφές λαξεμένες πάνω στό βάθρο. Οι ἐπιγραφές είναι οἱ εξής: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΑΜΜΙΑ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ΖΟΪΛΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΠΑΤΡΑΟΣ ΖΟΪΛΟΥ καί ΜΗΔΗΣ ΠΑΤΡΑΟΥ. Πρόκειται προφανώς γιά μία οικογένεια, σεβαστή στήν τοπική κοινωνία τῆς αρχαίας πόλης. Τό όνομα του πατέρα ήταν Πατράος, της μητέρας Αμμία καί των τριών γιων, Αλέξανδρος, Ζόιλος και Μήδης.
Δηλαδή τό βάθρο έφερε πέντε αγάλματα, από τά οποία μας σώζονται τά τέσσερα (τό 1993 τό βάθρο αποκαταστάθηκε καί τοποθετήθηκαν σέ αυτό εκμαγεία των τεσσάρων αγαλμάτων καί των μαρμάρινων ενεπίγραφων πλακών, ώστε τό μνημείο νά είναι περισσότερο προσιτό αλλά καί εντυπωσιακό γιά τόν επισκέπτη.
Τό μνημείο τοῦ Ηρώου καί τά ἀγάλματα χρονολογοῦνται στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἱ. μ.Χ. .
Τό εσωτερικό του περιβόλου διαμορφώνεται σέ τρία κλιμακωτά επίπεδα. Στό δυτικότερο,  βρίσκεται τό κτήριο πού χωρίζεται σέ τρία τμήματα από δυό εγκάρσιους τοίχους. Ἐδῶ εντοπίστηκαν τρεις ταφές καί τμήματα δυό επιτύμβιων στηλών. Επίσης στό μπάζωμα των δωματίων αυτών βρέθηκαν, κατά τήν ανασκαφή, πολλά τμήματα ειδωλίων τῆς θεάς Κυβέλης καί ίσως υποδηλώνουν τήν παλαιότερη λειτουργία του χώρου αυτοῦ ως ιερού της θεᾶς.
Η εικόνα του ανασκαμμένου πολεοδομικοῦ ιστοῦ συμπληρώνεται ἀπό τμήματα κτισμάτων βόρεια του δεύτερου ηρώου καί ψηλότερα απ’ αυτό. Τά κτίσματα αυτά καταλαμβάνουν έκταση 8,50×12μ. καί 25,50×23,50μ. καί τά όρια του δέν έχουν διευκρινιστεί ακόμη. Οι συνεχείς αλλαγές όμως καί επεμβάσεις πού παρουσιάζουν δηλώνει τή συνεχή κατοίκηση του χώρου αυτού. Η κορυφή του λόφου περιτρέχεται από πολυγωνικό περίβολο με επιφάνεια 3,5 στρεμμάτων.
Ακόμη, στό κεντρικό τμήμα του περιβόλου αποκαλύφθηκε ένα συγκρότημα δωματίων, όπου φαίνεται ότι λάβαιναν χώρα οι βασικές δραστηριότητες των κατοίκων του χώρου αυτοῦ, ενῶ στό νοτιοδυτικό τμήμα του περιβόλου εντοπίστηκε ένας ορθογώνιος πύργος, διαστάσεων 6,10×4,30μ., που προβάλλει προς το εσωτερικό.
Ἀπό τόν περίβολο αὐτό μποροῦσε νά ἔχει κανείς τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς γύρω περιοχῆς.
Στό νότιο λόφο, εντοπίζεται τό νεκροταφείο της πόλης. στήν περιοχή αυτή ανασκάφηκε ένας κιβωτιόσχημος τάφος καί ένας αρκετά κατεστραμμένος κτιστός τάφος, μέ προθάλαμο καί θάλαμο, διαστάσεων 5,90×4,10μ. Τά κτερίσματα (ειδώλια, αγνύθες, χάλκινα νομίσματα καί μικρή μαρμάρινη λεοντοκεφαλή) τούς χρονολογούν στήν ύστερη ελληνιστική και στη ρωμαϊκή περίοδο.  
Όλα τά παραπάνω στοιχεία σκιαγραφούν, έστω τμηματικά, τήν εικόνα μίας αρχαίας ελληνικής πόλης, πού παρουσιάζει συνεχή κατοίκηση από τόν 8ο αι. π.Χ. έως τόν 4ο αι. μ.Χ., αλλά μέ περίοδο ακμῆς τό διάστημα 1ου-3ου αι. μ.Χ.
Τά πολλά καί ποικίλα ευρήματα είναι ενδεικτικά γιά τό βιοτικό επίπεδο καί τόν τρόπο ζωής των κατοίκων, τίς δραστηριότητες καί τά επαγγέλματά τους.
Επιπλέον, τά πήλινα αμαξίδια, καθώς καί τά πήλινα ειδώλια ζώων αποτελούν γλαφυρές μαρτυρίες γιά τόν τρόπο, μέ τόν οποίο διασκέδαζαν τά μικρά παιδιά. Τέλος, ο εντοπισμός λαξευμένων λάκκων, η μεγάλη ποσότητα από σιδηρόμαζες καί η ύπαρξη σφραγίδων γιά τήν κατασκευή ειδωλίων καί λυχναριών , φανερώνουν τήν έντονη παρουσία εξειδικευμένων τεχνῶν, όπως του κεραμέα καί του μεταλλουργοῦ, παράλληλα μέ παραδοσιακότερες μορφές εργασίας, όπως η γεωργία.
Η έντονη παρουσία καί κυριαρχία τοῦ ελληνικοῦ δωδεκάθεου μαρτυρείται ἀπό τήν ανεύρεση ειδωλίων τῆς Αθηνᾶς, τοῦ Πάνα καί τοῦ κερδώου Ερμῆ, ενῶ ἡ ύπαρξη ειδωλίων αετῶν, υποδηλώνει λατρεία του Διός Υψίστου. Ιδιαίτερα αγαπητή φαίνεται πώς ήταν η λατρεία του Διονύσου, καθώς βρέθηκε μαρμάρινο άγαλμα τοῦ θεού μέ δορά πάνθηρα καί ένα ακόμη μαρμάρινο κεφάλι, πού φέρει στεφάνι κισσού. Άλλωστε, είναι γνωστή από τίς πηγές η ύπαρξη ιερού Διονύσου στήν πόλη, πού όμως δέν έχει εντοπιστεί ανασκαφικά.
Τέλος, η εισαγωγή καί λατρεία ξενόφερτων θεοτήτων δηλώνεται από τήν ανεύρεση ειδωλίων της ανατολικῆς θεᾶς Κυβέλης, καθώς καί μία μήτρα ειδωλίου και ένα χάλκινο ειδώλιο της αιγυπτιακής θεότητας Bes. Σ’ αυτό τό σημείο προκύπτει αβίαστα τό ερώτημα, ποιά ήταν αυτή η πόλη. Η ταύτιση δέν έχει γίνει ακόμη μέ βεβαιότητα, αφού δέν έχει βρεθεί κάποια επιγραφική μαρτυρία. Έχει διατυπωθεί όμως η άποψη ότι πιθανώς πρόκειται γιά τό Ίωρον, πόλη γνωστή από τόν Πτολεμαίο καί από δυό επιγραφές, πού προέρχονται από τή Βέροια καί τό Ασκληπιείο της Μορρύλου (πού εντοπίζεται στό χωριό Άνω Απόστολοι). Την υπόθεση αυτή ενισχύει καί η γεωγραφική θέση της πόλης στήν είσοδο ενός ορεινοῦ περάσματος, γεγονός πού πιθανόν δικαιολογεί καί τό όνομά της (στά αρχαία ελληνικά ιωρός σημαίνει φρουρός).