Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2022, 4:24:37 πμ
etpa
Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2021 19:59

Τα προσφυγικά απολυμαντήρια στην Καλαμαριά

Συντάκτης:

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, Εκπαιδευτικός - συγγραφέας.

.Τα βαπόρια φορτωμένα με πρόσφυγες όλων των ηλικιών, με συμπράγκαλα πολλά και ζώα κατέπλεαν στο λιμάνι της Καλαμαριάς από το Βατούμ της Γεωργίας. Η χαρά του ερχομού από τη μια και η πίκρα του ξεριζωμού από την άλλη, διαμόρφωναν  ένα  τοπίο ανάμεικτο από αισθήματα.  Ο ξεριζωμός από την παλιά πατρίδα κι ο ερχομός στη νέα συνέθεταν συναισθήματα χαρμολύπης ζωγραφισμένα στα πρόσωπα των προσφύγων.


 
Πρώτος σταθμός των Καρσλήδων η Καλαμαριά και τα λοιμοκαθαρτήριά της. Εξήντα αυτοσχέδιοι θάλαμοι σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, στερεωμένοι πάνω σε ξύλινους πασσάλους, μισό μέτρο πάνω από το έδαφος, με στέγη καλυμμένη από πισσόχαρτο, ήταν τα ονομαζόμενα λοιμοκαθαρτήρια. Κάθε θάλαμος συνδεόταν με έναν κοινό διάδρομο και με κοινόχρηστα αποχωρητήρια.
 
Η περιοχή της Καλαμαριάς επιλέχτηκε ως τόπος αποβίβασης και καραντίνας, επειδή ήταν μακριά από το κέντρο της Θεσσαλονίκης κι επειδή στην Καλαμαριά υπήρχαν στοιχειώδεις στεγαστικές υποδομές, όπως κι ελεύθεροι χώροι για απομόνωση και  απολύμανση των προσφύγων...
Η διαδικασία  της απολύμανσης ήταν η εξής: Στο ένα παράπηγμα απολυμαίνονταν σε κλίβανο τα ρούχα, τα σκεύη και τα υπόλοιπα αντικείμενα των προσφύγων, ενώ στον άλλο κουρεύονταν κι έκαναν μπάνιο με κρύο νερό. Άντρες, γυναίκες και παιδιά παρέδιδαν τα ρούχα τους για να μπουν στον κλίβανο. Ύστερα πήγαιναν κάτω από το ντους για λούσιμο, με ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι. Μόλις τελείωνε η πρώτη φουρνιά, συνέχιζε η δεύτερη, η τρίτη κ.ο.κ.
 
Μετά την απολύμανση ακολουθούσε η καραντίνα σε θαλάμους και σκηνές στην παρακείμενη περιοχή, όπου έμεναν κλεισμένοι οι πρόσφυγες για ένα συγκεκριμένο διάστημα, χωρίς να έχουν το δικαίωμα απομάκρυνσης, προς αποφυγή μετάδοσης ασθενειών. Ο χώρος ήταν περιορισμένος και σύμφωνα με μαρτυρίες σε ορισμένα σημεία φυλασσόταν από στρατιώτες.
 
Η δοκιμασία της απολύμανσης ήταν σκληρή για τους εξαντλημένους και εξουθενωμένους πρόσφυγες. Ο αποστειρωτικός κλίβανος κατέστρεφε τα ρούχα τους, καθώς πολλά από αυτά συρρικνώνονταν στο πλύσιμο. Το ίδιο συνέβαινε και με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας του κλιβάνου, ενώ το κούρεμα στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν οι πρόσφυγες, ήταν μια ψυχικά επώδυνη διαδικασία, ιδιαίτερα για τις γυναίκες γιατί έχαναν ένα από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά της γυναικείας τους εμφάνισης.  Η ανάγκη όμως να περάσουν από τα απολυμαντήρια ήταν επιβεβλημένη, για να μη μεταδοθούν μολυσματικές ασθένειες στο ντόπιο πληθυσμό.
  
Το χειμώνα η ζωή  στα λοιμοκαθαρτήρια γινόταν μαρτύριο. Το κρύο έσπαγε κόκαλα. Ο βαρδάρης έμπαινε στις παράγκες από τις τρύπες και με απανωτές ριπές μαστίγωνε κατάσαρκα τους πρόσφυγες. Οι τοίχοι και το πάτωμα είχαν χαραμάδες, απ’ όπου έμπαιναν ποντίκια και διάφορα μικρά ερπετά. Σε κάθε παράγκα διέμεναν αρκετές  οικογένειες. Υπήρχαν επιπλέον και αντίσκηνα όπου έμεναν δυο και τρεις οικογένειες μαζί.
 
Μέσα στις πρόχειρες αυτές δομές σερνόταν η σκιά του θανάτου τις νύχτες ανάμεσα στους ζωντανούς. Όπου κι αν έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες γέρους και νέους να σέρνονται αδύναμοι, μικρά παιδιά να ψάχνουν τους γονείς τους με φωνή ραγισμένη, να ζητούν χέρι να κρατηθούν και αγκαλιά να κουρνιάσουν. Και βρέθηκαν χέρια που τα πήραν αγκαλιά και καρδιές που τα αισθάνθηκαν σαν να ήταν δικά τους.
 
Η ζωή των προσφύγων προγόνων μας ήταν καμωμένη από πολύ πόνο και παιδεμό. Άγνωστοι στην ίδια τους την πατρίδα, προσπάθησαν να θεμελιώσουν το παρόν τους, αρχίζοντας από το μηδέν, κρατώντας άσβεστη την ελπίδα για καλύτερες μέρες. Κι όπως λέει ο Ηράκλειτος: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο, διότι είναι ανεξερεύνητο και απροσπέλαστο».
Η περιοχή όλη γύρω από τα λοιμοκαθαρτήρια γέμισε με τάφους. Σε 20.000-22.000 τους υπολογίζει ο Γρηγόρης Τηλικίδης.  Η ζωή για χιλιάδες πρόσφυγες, για ταλαιπωρημένους από ασθένειες και ηλικιωμένους, για άρρωστα και καχεκτικά παιδιά τελείωσε στην Καλαμαριά. Όλους αυτούς τους μνημόνευσε η ποντιακή μούσα με τα πιο λυπητερά της δίστιχα όπως: «Και τ’ έρημον το Καραπουρνού και τριγύλ’-τριγύλ’ ταφία, ανοίξτε και τερέστ’ ατά, όλα Καρσί’ παιδία»