Απειρωτάν 17 Φεβρουαρίου 1914
Του Νίκου Σιάνα
Στο προηγούμενο άρθρο μου αναφέρθηκαν στην ανυπαρξία ενός εθνικού σχεδίου ή τέλος πάντων κάποιας στρατηγικής από την ελληνική πολιτεία για τους όπου γης ομογενείς μας. Η ελληνική πολιτεία ελάχιστες φορές δικαιολόγησε τον τίτλο του εθνικού κέντρου. Το εθνικό κέντρο δεν ακολουθεί δεν συμπαραστέκεται, δεν συμπορεύεται, δεν συμπαρατάσσεται. Ηγείται, καθοδηγεί, προστατεύει. Δίνει όραμα. Αλλιώς δεν είναι κέντρο, είναι δορυφόρος. Η χρόνια αυτή κατάσταση απουσίας στόχων και στρατηγικής βόλευε μέχρι τώρα την ελλαδική ηγεσία, η οποία κρυπτόμενη πίσω από την απραξία της, κατάφερε να υπεκφεύγει των ευθυνών της ως εθνικού κέντρου. Και αν όλα αυτά συνέβησαν τότε που υπήρχαν λεφτά (έστω δανεικά) αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τι μπορεί να γίνει τώρα με την κρίση.
Όταν λοιπόν υπάρχει αυτή η «λαμπρή» παράδοση εγκατάλειψης των εξωελλαδικού ελληνισμού, πολύ δύσκολα μπορεί κάποιος να ελπίζει σε χάραξη μιας νέας πορείας.
Το 1912-13 στους βαλκανικούς πολέμους απελευθερώνονται από τον ελληνικό στρατό μαζί με τη Μακεδονία και τη Ν. Ήπειρο και τα βορειοπειρώτικα εδάφη, από τη Χειμάρα μέχρι την Κορυτσά. Το «ποθούμενο» του Αγίου Κοσμά έδειχνε να πραγματοποιείται όταν το Δεκέμβριο του 1912 υψώνονταν η ελληνική σημαία στην Κορυτσά. Όμως τα συμφέροντα των Μεγάλων, τότε Δυνάμεων υπερτερούν. Με πρωτοβουλία Ιταλίας και Αυστροουγγαρίας δημιουργείται εκ του μηδενός, το Αλβανικό κράτος, στο οποίο παραχωρούν και την ελεύθερη Β. Ήπειρο. Ο Βορειηπειρωτικός ελληνισμός μπροστά σ’ αυτή την αδικία ξεσηκώνεται και στις 17 Φεβρουαρίου 1914 κηρύσσει στο Αργυρόκαστρο την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. Ορίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γ. Ζωγράφο. Ο ένοπλος αγώνας των βορειοηπειρωτών κατά των Αλβανών, αναγκάζει τις Μ. Δυνάμεις να υπογράψουν στις 17 Μαίου 1914 το πρωτόκολλο της Κέρκυρας δηλ. την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. Στη δεκαετία του 1920 οι Αλβανοί κατορθώνουν να αποκόψουν την ορθόδοξη εκκλησία από τη Μητέρα εκκλησία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και να την κάνουν υποχείριο του Αλβανικού Εθνικισμού.
Στη δεκαετία του 1930 ο Βασιλιάς Ζώγου επιτίθεται εναντίον της ελληνικής παιδείας, κλείνει σχολεία, διώκει δασκάλους, γονείς, μαθητές. Ο Βορειοπειρώτες προσφεύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο (Χάγη) και δικαιωνόνται, αλλά η πολεμική εναντίον της ελληνικής παιδείας συνεχίζεται και στον καθεστώς Χότζα, αλλά και σήμερα. Στις αρχές του 1940 η Αλβανία διακηρύσσει επίσημα ότι θεωρεί εχθρούς της, τους εχθρούς της Ιταλίας. Έτσι στις 28 Οκτωβρίου Αλβανικά στρατεύματα στο πλευρό της φασιστικής Ιταλίας επιτίθενται εναντίον της Ελλάδας. Ο ελληνικός στρατός μπαίνει για δεύτερη φορά θριαμβευτής και πάλι στη Β. Ήπειρο και γίνεται δεκτός ως ελευθερωτής με πανηγυρισμούς από τους βορειοπειρώτες. Δυστυχώς όμως και πάλι τα συμφέροντα των «Μεγάλων» θέλουν τη Β. Ήπειρο υπόδουλη στην Αλβανία. Μετά τη λήξη του Β. Παγκοσμίου Πολέμου, το ελληνικό κράτος ζητεί από το Συμβούλιο Ειρήνης των Παρισίων και στη συνέχεια από το Συμβούλιο των Τεσσάρων Νικητριών Δυνάμεων τη παραχώρηση της Β. Ηπείρου στην Ελλάδα. Η συζήτηση αναβάλλεται για μετά τη λύση του Αυστριακού (1955) και του Γερμανικού (1990), έως σήμερα το αίτημα της Ελλάδας εκκρεμεί ξεχασμένο, όπως και τόσα άλλα.
Η υποχώρηση όμως του ελληνικού στρατού το 1941 και η κατοχή ξανάφερε το σκοτάδι της σκλαβιάς στην Β. Ήπειρο. Στο Ν. Ήπειρο μουσουλμάνοι Τσάμηδες σε συνεργασία με τους κατακτητές καταστρέφουν, λεηλατούν, σφάζουν. Στη Β. Ήπειρο η κομμουνιστική δικτατορία του Χότζα είναι η χειρότερη σκλαβιά στην ιστορία του ελληνισμού. Η θρησκεία εκτός νόμου, κάθε θρησκευτική πράξη ποινικοποιείται, καθώς και η παιδεία. Κάθε τι που θυμίζει Χριστό και Ελλάδα εξολοθρεύεται. Και το εθνικό κέντρο η Ελλάδα όπως πάντα απούσα.
Όλα αυτά λογικά έπρεπε να ανήκουν στο παρελθόν, δυστυχώς όμως και σήμερα το Αλβανικό κράτος συνεχίζει να αποθρασύνεται εναντίον της ελληνικής εθνικής μειονότητας, όπως καταγγέλλουν οι οργανώσεις των βορειοπειρωτών.
Όλα τα σχολικά βιβλία, σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης βρίθουν από ανθελληνικό μένος, έτσι οι μαθητές (Αλβανοί και μειονοτικοί Έλληνες) θα διδάσκονται ότι η Ήπειρος από το Στούμπιο ποταμό ως το Αμβρακικό Κόλπο (Άρτα) και η Δυτική Μακεδονία είναι εδάφη αλβανικά, τα οποία «άρπαξαν» Έλληνες σοβινιστές και τα κατέχουν.
Στα βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας καταφαίνεται με σαφήνεια το ανθελληνικό μένος από το οποίο διαπνέονται οι αλβανικοί σοβινιστικοί κύκλοι και ο αλβανικός μεγαλοϊδεατισμός. Στην ιστορία (έκδοση 2003) από την εισαγωγή σχεδόν μέχρι το τέλος αγνοείται ως χώρα και ως πολιτιστική κοιτίδα των Βαλκανίων και η Ελλάδα και όταν ανφέρεται, αναφέρεται απαξιωτικά. Έτσι η Αλβανία μέσα από τα βιβλία (επίσημα) διδάσκει στους νεαρούς αλβανούς και όχι μόνο, το μίσος, τον φανατισμό, αλλά και πλαστογραφημένη ιστορία που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική. Η Αλβανία εκτελεί πράξεις αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου την παραχάραξη της ελληνικής ιστορίας.
Και ενώ οι κακόβουλες ενέργειες του αλβανικού κατεστημένου (που επιδιώκει με κάθε μέσο τον αφελληνισμό την ερήμωση, και την πληθυσμιακή αλλοίωση της Βορείου Ηπείρου) συνεχίζονται, το ελληνικός κράτος μένει απαθές και αδιάφορο. Τι και αν οι εκάστοτε άρχοντες της ελληνικής πολιτείας εισέρχονται ή περνούν σχεδόν καθημερινά μπροστά από δημόσια κτήρια τα οποία έγιναν με δωρεές βορειοπειρωτών, όταν το ελλαδικό κρατίδιο μετά την απελευθέρωση, άρχιζε να οργανώνεται. Αλήθεια ποιος δεν έχει ακούσει για τους Μεγάλους Εθνικούς Ευεργέτες, τον Χρ. Ζωγράφο (Κεστοράτι Αργυροκάστρου), Απ. Αρσάκη (Πρεμετή), Σίμωνα και Γεώργιο Σίνας (Μοσχόπολη), Ζάππα (Λάμποβο) Ιωάν. Μπάγκο (Κορυτσά) κ.λπ. Όλοι αυτοί χτίζουν και δωρίζουν στο ελληνικό κράτος το Αστεροσκοπείο Αθηνών, τα Αρσάκεια Σχολεία, την Ακαδημία Αθηνών, το Ζάππειο Μέγαρο, και τόσα άλλα.
Υ.Γ.: Απειρωτάν «Αρχέγονος Έλλάς Ήπειρος» έτσι την χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή του ελληνισμού ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ο μ.Χ. αι) ενώ ο Αριστοτέλης (4ος π.Χ. ) την αποκαλεί «Ελλάδα την αρχαίαν».
Στην «άπειρον γη» («άπειρος»= απέραντη είναι η «Ήπειρος» στα δωρικά) θρησκευτικό κέντρο όλων των αρχαίων Ηπειρωτών ήταν το Μαντείο της Δωδώνης προς τιμή του Δία, σ’ αυτόν θυσιάζει και ο Έλληνας ήρωας Αχιλλέας.



