
Οι πιο πολλοί από εμάς, το Γαλαξείδι το γνωρίζουμε μέσα από τις ολιγόλεπτες αναφορές των τηλεοπτικών καναλιών, και αφορούν το έθιμο του «Αλευρομουντζουρώματος» που γίνεται εκεί την Καθαρή Δευτέρα. Σίγουρα οι περισσότεροι έχουμε επισκεφθεί τους Δελφούς και από εκεί ψηλά έστω και από μακριά, να ρίξουμε το βλέμμα μας προς αυτό.Οι πιο πολλοί από εμάς, το Γαλαξείδι το γνωρίζουμε μέσα από τις ολιγόλεπτες αναφορές των τηλεοπτικών καναλιών, και αφορούν το έθιμο του «Αλευρομουντζουρώματος» που γίνεται εκεί την Καθαρή Δευτέρα. Σίγουρα οι περισσότεροι έχουμε επισκεφθεί τους Δελφούς και από εκεί ψηλά έστω και από μακριά, να ρίξουμε το βλέμμα μας προς αυτό.
Όμως, πιστέψτε με, αξίζει κανείς να το επισκεφθεί. Θα εκπλαγεί ευχάριστα όπως και εγώ. Τόπος ιστορικός, ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ομορφιάς με πλούσια παράδοση το Γαλαξείδι. . Ευρισκόμενος λοιπόν πρόσφατα εκεί θεώρησα σκόπιμο να αφιερώσω λίγα λόγια γι’ αυτήν την μικρή μεν, αλλά ένδοξη και ιστορική πολίχνη της Στερεάς Ελλάδας.
«Ήτανε χτισμένο παμπάλαια και ευμορφοκαστρογυρισμένο, έχοντας και φλότα καραβιών και σπίτια περίσσα…» μας ιστορεί ο Ιερομόναχος Ευθυμίου (το 1703 στο «Χρονικό» του) Ο σημερινός επισκέπτης σίγουρα θα δυσκολευτεί να φανταστεί το πώς ήταν η άλλοτε ακμάζουσα μικρή πολίχνη της Φωκίδας, η οποία από τις αρχές του 18ου αιώνα αναδείχθηκε σε αξιόλογη ναυτική δύναμη, με μεγάλο στόλο που κατασκευάστηκε στα δικά της καρνάγια, ενώ απέκτησε παγκόσμια φήμη για την ικανότητα των ναυπηγών της.
Για δεκαετίες τα γαλαξειδιώτικα ιστιοφόρα όργωναν τη Μεσόγειο μεταφέροντας παντού επιβάτες και εμπορεύματα, όλα αυτά μέχρι που εμφανίστηκε η ατμοκίνηση. Τότε άρχισε σιγά σιγά και η παρακμή. Στο ναυτικό και ιστορικό μουσείο ο επισκέπτης θα μάθει για τους πανάρχαιους οικισμούς γύρω από το Γαλαξείδι, για το δημόσιο και ιδιωτικό βίο, τη λατρεία, το ναυτικό εμπόριο, τα ταφικά έθιμα των αρχαίων κατοίκων της πόλης του Χάλαιου (σημερινό Γαλαξείδι). Μπορεί σήμερα ο επισκέπτης να μη δει τα καρνάγια και τη φλότα των καραβιών, περπατώντας όμως στα στενά δρομάκια και σοκάκια της άλλοτε ξακουστής ναυτικής πολιτείας, θα μαγευτεί από τη χάρη και το μεγαλείο της. Επιβλητικά καπετανόσπιτα – πολλά απ’ αυτά κτισμένα πάνω στα τείχη του αρχαίου Χάλαιου – σπάνιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, γραφικά σοκάκια σμιλεμένα στο βράχο και γραφικοί όρμοι διατηρούν ακέραιη τη γοητευτική ατμόσφαιρα άλλων ημερών. Στη διάρκεια των αιώνων υπέστη μεγάλες καταστροφές από διάφορους κατακτητές (Σλάβους, Φράγκους, Καταλανούς, Ιππότες της Ρόδου, Τούρκους) καμία όμως καταστροφή δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει την 4.000 χρόνων ιστορία του Γαλαξειδίου.
Και όταν το 1821 σήμαναν οι καμπάνες του Εθνικού Ξεσηκωμού το Γαλαξείδι πρόσφερε τα πάντα. Ο Σπύρος Τρικούπης σημειώνει: «ο ενθουσιασμός των κατ’ εκείνα τα μέρη Ελλήνων ήταν μέγας, κυρίως δεν των Γαλαξειδιωτών, μεταφερόντων εις ευόδωσιν του κοινού αγώνος ψιλά όπλα, πολεμοφόδια και κανόνια εκ των πλοίων των, ήταν δεν οι πρώτοι οίτινες ύψωσαν την σημαίαν του τιμίου Σταυρού κατά την Στερεάν Ελλάδα»
Η εθνική αυτή προσφορά του Γαλαξειδίου προκάλεσε τον τύραννο. Στις 19 Σεπτεμβρίου ο τούρκικος στόλος βρέθηκε στο Γαλαξείδι, ύστερα από σφοδρό κανονιοβολισμό όλο το τούρκικο στράτευμα αποβιβάστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου στην άμοιρη πολιτεία. Ο Άγγλος πρόξενος στην Πάτρα Ph Green γράφει «.. Το Γαλαξείδι, η ιστορική πολιτεία, η πατρίδα των ανδρείων ναυτικών, το κόσμημα της Στερεάς δεν υπάρχει, πλέον μόνο οι καπνοί της καταστροφής μαρτυρούν το θλιβερό γεγονός»
Οι Γαλαξειδιώτες επέστρεψαν από τα γύρω βουνά, στήσανε σκηνές και άρχισαν αμέσως να κατασκευάζουν πλοία, όμως οι Τούρκοι ξαναήρθαν, το 1823 με τον Κιουταχή και τον Νοέμβριο του 1825 με τον Ιμπραήμ της Αιγύπτου ο οποίος άφησε πίσω του τόση καταστροφή όσο κανείς άλλος. Μετά την πλήρη απελευθέρωση του Κορινθιακού κόλπου οι Γαλαξιδιώτες άρχισαν να επιστρέφουν στην πατρική γη, και αρχίζει η αναγέννηση. Ξανακτίζουν την πόλη τους και να ξαναναυπηγούν το στόλο τους στον Πειραιά και την Αίγινα. Μαζεύουν πλούτη, αλλά θέλουν δικά τους ναυπηγεία. Το 1848 το Γαλαξείδι είχε ήδη 100 πλοία, ναυπηγημένα στα δικά της καρνάγια.
Το 1840 το Γαλαξείδι είναι 4ο σε αριθμό καραβιών στην Ελλάδα με 197 ιστιοφόρα ναυτιλίας. Η έλλειψη δανειοδοτικού συστήματος κρατικού ή ιδιωτικού, οι διάφορες δυσχέρειες, όπως αβαρίες, προσαράξεις, πειρατείες και ναυάγια, κυρίως όμως ο ατμός οδηγούν στην ύφεση. Το 1903 πέφτει στη θάλασσα το τελευταίο καράβι, και τα πανιά μαζεύονται πια για πάντα, τα σκεπάζει ο ατμός.
Μια όμορφη και δημιουργική εποχή πέρασε για πάντα. Μαζί με το μάζεμα των πανιών ήρθε και η παρακμή της οικονομικής δραστηριότητας της πολιτείας η οποία για κάμποσα χρόνια ζούσε με τις αναμνήσεις της, αναμνήσεις όμορφες, τότε που το Γαλαξείδι γειτόνευε περισσότερο με τα Ευρωπαϊκά ναυτικά κέντρα παρά με τις πόλεις και τα γύρω χωριά. Ο πλούτος έλαμπε στο Γαλαξείδι, στα καφενεία και τους δρόμους μιλούσαν αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, φυσικά και τούρκικα. Έτσι ο εικοστός αιώνας φέρνει στο Γαλαξείδι μια παρατεταμένη οικονομική κρίση. Οι νέοι αρχίζουν να ξενιτεύονται, τη δεκαπενταετία 1940-1955 οι γαλαξειδιώτικες οικογένειες έφευγαν ομαδικά γι’ άλλους τόπους, κυρίως για Πειραιά. Μπορεί η ακμή του Γαλαξειδίου να σταμάτησε με την έλευση του ατμόπλοιου, η γοητεία όμως, των γαλαξειδιωτικών ιστιοφόρων έμεινε αναλλοίωτη στο χρόνο. Πραγματικά κομψοτεχνήματα, διαφορετικά από όλα τα άλλα της εποχής τους, έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα την ελληνική ιστορία και τέχνη. Η συλλογή πινάκων ιστιοφόρων στο Ναυτικό και Αρχαιολογικό Μουσείο – η μεγαλύτερη στην Ελλάδα – αποτελεί σπουδαία παρακαταθήκη των ένδοξων ημερών της Ναυτικής Πολιτείας, μιας Πολιτείας που γοητεύει και μαγεύει τον κάθε επισκέπτη.
Υ.Γ.: Το «Χρονικό» του Ιερομόναχου Ευθυμίου βρέθηκε από τον ιστοριοδίφη Κωνσταντίνο Στάθη το 1864 στο ερειπωμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως που χτίστηκε το 1250 από τον Δεσπότη της Ηπείρου Δούκα Μιχαήλ Β’ Άγγελο Κομνηνό, τον καιρό που είχαν καταφύγει εκεί οι Γαλαξειδιώτες για να γλιτώσουν από τους πειρατές.
Βιβλιογραφία: Το Γαλαξείδι Αναστασίας Ι. Σκιαδά Αθήνα 2002



