
Οι πληροφορίες που υπάρχουν για την οικονομία της Μακεδοντίας κατά την περίοδο της Τουρκοκατίας, είναι μετά το 1720 έχουμε πιο πυκνές και εμπριστατμένες πληροφορίες, οι οποίες όμως αναφέρονται κυρίως στο εμπόριο και τις συναλλαγέςμε το εξωτερικό. Στο επίκνετρο του οπτικού πεδίου βρίσκονται οι πληροφορίες που αφορούν τις συναλλαγές μετις χώρες της δυτικής Ευρώπης, ιδίως της Γαλλίας, ενώ δε φαίνεται να ήταν πιο αξιόλογες από τις συναλλαγές με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Το πληροφοριακό υλικό προέρχεται κυρίως από εκθέσεις Γάλλων προξένων καθώς και από ξένους περιηγητές.
Η Μακεδονία συνέχισε να παράγει τα γεωργικά προϊόντα που παρήγε ανέκαθεν, δηλαδή δημητριακά διαφόρων ειδών, όσπρια, λαχανικά, λινάρι, καρπούς ορισμένων δένδρων, σταφύλια. Οι Οθωμανοί έποικοι έφεραν μαζί τους την καλλιέργεια του οποίου, αγρότερα προστέθηκαν στα γεωργικά προϊόντα της Μακεδονίας το ρύι, το καλαμπόκι, το βαμβάκι, ο καπνός. Το βαμβάκι και ο καπνός βρήκαν στη Μακεδονία ιδιαίτερα πρόσφορες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες έτσι απέκτησαν ποιότητες που προκάλεσαν ισχυρή ζήτηση και έγιναν σημαντικές πηγές πλούτου. Το βαμβάκι και το λινάρι αποτελούσαν εξάλλου πρώτες ύλες για την παραγωγή νημάτων και υφασμάτων, τα ίδια προϊόντα καθώς και ο καπνός και τα σιτηρά ήταν επίσης αντικείμενο εμπορίου. Ωστόσο η γεωργική παραγωγή της Μακεδονίας υστερούσε σημαντικά σε σύγκριση με τις φυσικές δυνατότητες της, οι παραγωγοί εκτός από την καταβολή γαιοπροσόδνω και φόρων, καταληστεύονταν από αξιωματούχους και εισπράκτορες, συμμορίες και σώματα εντεταλμένα να τους προστατεύουν από αυτές. Έτσι οι περιφέρειες που ήτνα περισσότερο εκτεθειμένες στις καταχρήσεις και τις καταπιέσεις εγκαταλείπονταν και έμειναν ακαλλιέργητες. Κατά το τέλος του 18οθ αιώνα η μισή από την καλλιεργήσιμη έκταση της Μακεδονίας ήταν ανεκμετάλλευτη. Αντίθετα η κτηνοτροφία στη Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία αναπτύχθηκε περισσόταερο παρά κατά τη βυζαντινή εποχή, πρω΄το γιατί οι περισσότεροι Τούρκοι έποικοι ήταν κτηνοτρόφοι, και εύτερον οι Χριστιανοί που αποσύρθηκαν στα όρη επιδόθηκαν κατά κύριο λόγο την κτηνοτροφία. Σημαντική τη Μακεδονία ήταν και η σπροτροφίακ αι η μελισσοκομία.
Κατά την Τουρκοκρατία ονομαστά για το μεταλλευτικο τους πλούτο ήταν τα Μαντεμοχώρια στη Χαλκδική, στο Σιδηρόκαστρο στην ανατολική Μακεδονία και στο Κράτοβο στη Βόρεια Μακεδονία. Αρχές του 16οθ αιώνα μια ομάδα Εβραίων προσφύγωναπό τη Γερμανία εισήγαγε νέες μεθόους εκμετάλλευσης και καθαριασμού τους μεταλλεύματος. Η σημασία τους για νομισματική και στρατιωτική πολιτική των σουλτάνων επέβαλε συστηματικό έλεγχο και υπαγόρευσε τη δημιουργία ειδικού μουκατά, τα εισοδήματα του οποίου μαζί με μέρος της παραγωγής, εισέπρατε το αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο. Ο υπεύθυνος διαχειριστής - μισθωτής του μουκατά διέθετε απεριόριστη σχεδόν ισχύ και ανεξαρτησία με διοικητικές, φορολογικές, συχά δε και δικαστικές αρμοδιότητες, από την άλλη όλα τα χωριά που ανήκαν στο μουκατά, των οποίων οι κάτοικοι ασχολούνταν με τις μεταλλευτικές εργασίες είχαν πολλά προνόμια σε σχέση με τους υπόλοιπους χριστιανούς. Το 1705, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των έργων υποδομής, οι Έλληνες της περιοχής (του Άθω, του Λόγγου, των χωριών Νικήτη, Άγίου Νικολάου και των Μαντεμοχωρίων) ανέλαβαν για πρώτη φορά την εκμετάλλευση των ορυχείων ως μισθωτές του κράτους. Η εκμετάλλευση και ο τρόπος εκμίσθωσης ως τις αρχές του 19ου αιώνα άλλαξε πολλές ορές, επί σειρά ετών ενοικιαστής των μεταλλείων ηταν η οικογένεια του Χουσεϊν Τσαβούς Ζαδέ, όλα αυτά τα ρόνια οι Έλληνες εξακολουθούσαν να προσφέρον υποχρεωτικά εργατικά χέρια και υλικάγ ια την εκμετάλλευση.
Η τραγική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει τα Μαντεμοχχώρια εξαιτίας των υπερβασίων των τουρκικών αρχών, οδηγήσε το 1801, έπειτα από προσφυγή των ραγιάδων, στην έκδοση σουλτανικού φιρμανίου που επανέφερε τους παλαιούς όρους ενοικιάσεως και κατοχύρωνε τα προνόμια των εργαζομένων στα μεταλλεία. Τα Μαντεμοχώρια της Κεντρικής Χαλκιδικής αποτελούσαν ανθηρές κοινότητες και τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και συνέβαλαν ουσιαστικά στην επιτυία της επανάστασης του 1821, οι κάτοικοι τους μαζί με τους μοναχούς τους Αγίου Όρους, αποτέλεσαν το ένα από τα δύο στρατιωτικά τμήματα που οργανώθηκαν τότε στην περιοχή με αρχηγό τον Εμμανουήλ Παπά και πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση της Χαλκιδικής.
Η Οθωμανική κατάτκηση εξόντωσε και διασκόρπισε τους ελληνικούς αστικούς πληθυσμούς και μαζί με όλους εκείνους τους τεχνίτες και ειδικούς στη μεταποίηση πρώτων υλών, αλλά και στην κατασκευή χειροποίητων ειδών. Οι νέεοι κυρίαρχοι δεν καλλιεργούσαν τα αντίστοιχα επαγγέλματα, και έχοντας πολύ περιορισμένες ποσοτικές και ποιοτικές ανάγκες βιοτεχνικών προϊόντων ο παραγωγικός τομέας οπισθοδρόμησε στο επίπεδο που καθόριζαν οι ανάγκες της νέας πελατείας. Ο ερχομός και η εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη και έπειτα σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, πολυάριθμων Εβραίων προσφύγων, οι ποιο πολλοί από τους οποίους ήταν έμπειροι τεχνίτες: μεταλλωρύχοι, σιδηρουργοί, χακλουργοί, ξυλουργοί, νηματουργοί, βυρσοδέψες, βαφείς, ράφτες, μυλωνάδες, χρυσοχόοι κ.τλ. σε μερικά δε επαγγέλματα οι Εβραίοι έφεραν μεθόδους δουλειάς και μυστικά που τους καθιστούσαν ασυναγώνιστούς. Στον τομέα της υφαντουργίας κατείχαν καλά όλεις τις φάσεις και όλες τις πλευρές τους επαγγέλματος, από την εκλογή των μαλλιων ως το τελείωμα ενός υφάσματος από εκείνα ππου παρήγαγαν ο αμπάς, ήταν πολύ ανθεκτικός και αδιάβροο ύφασμα κατάλληλο για ενδυμασίες στρατιωτικών, ναυτικών, χωρικών, εργατών. Η Πύλη αγόραζε μεγάλες ποσότητες από αυτό και πολλά δέματα ζητιούνταν για ιδιωτική χρήση από όλη την αυτοκρατορία και το εξωτερικό. Αυτή η ζήτηση ώθησε από νωρίς στην ίδρυση υφαντουργικών επιχειρήσεων από τις συναγωγές, με έμμισθους εργάτες. Η παρουσία των πολλών και έμπειρων Εβραίων τεχνιτών στη Μακεδονία δεν εμπόδισε την αναγέννηση της βιοτεχνίας και στους χριστιανικούς πληθυσμούς των πόλεων και της υπαίθρου. Οι κλάδοι στους οποίους επιδόθηκαν ήταν κατά πρώτο λόγο η εργιουργία και η βαμβακουργία, κατά δεύτερο η βυρσοδεψία, η λινουργία, η μεταξουργία, η οινοποιοία, η λειτουργία και κατά τρίτο η κηροπλαστική, δύο άλλοι κλάδοι ήταν η γουνοποιία και η μεταλλουργεία. Η εριουργία αναπτύχθηκε περισσότερο στη δυτική και την κεντρική Μακεδονία, επειδή εκεί παράγονταν τα περισσότερα έργα, για την αντίστοιχο λόγο η βαμβακουργία συγκεντρώθηκε περισσότερο στην κεντρικής και ανατολική Μακεδονία η οινοποιία περιορίσθηκε στις περιοχές της Νάουσας και και Σιάτιστας, η γουνοποιία ήκμασε κυρίως στην Καστοριά και έκανε την πόλη να πλουτίσει. Η Θεσσαλονίκη, πολυαριθμότεροι πόλη της Μακεδονίας, έδρα πολλών στρατιωτικών τμημάτων, ήταν φυσικό να έχει το προβάδισμα στον τομέα των κατασκευών και των μεταποιήσεων.
Τα λινά της Θεσσαλονίκης ήταν περιζήτητα, η Βέροια παρήγε μάλλινα της νεροτριβής, η Νάουσα είχε εκτός απο την υφαντική και τη βαφική αξιοσημείωτη λειτουργία, χρυσοχοία, οπλουργία, η Κοζάνη διακρινόταν για τα μάλλινα της και η Σιάτιστα ονομαστό κρασί, οι Σέρρες και η Δράμα ηταν οι έδρες της παραγωγής βαμβακερών νημάτων και υφασμάτων, η Νιγρίτα είχε βαφείς, χρυσοχόους και Χαλκουργούς



