espa pkm

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2026, 6:02:08 μμ
Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013 14:49

Ο Φαναριώτης : "Η Δυσαρέσκειά μου"

Η βία διχάζει και διχοτομεί την κοινωνία. Συντηρείται με ψέματα, στήνει στρατόπεδα, τραβά διαχωριστικές γραμμές γκρεμίζοντας τις γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων. Ορθώνει τείχη απομόνωσης, εκπαιδεύει την απόρριψη, θρέφει υπερεγώ και διατηρεί τα μίση. Πρόσωπα, πολιτική και κοινωνία, στροβιλίζονται μέσα σε στείρα πολιτική αντιπαράθεση. «Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι με τον εχθρό».Μπούσια λογική, και δεν υπάρχει ουδέτερη θέση.
Ναι, θα έφευγα. Όχι επειδή υπάρχει κρίση. Όχι επειδή δύσκολα μπορεί να βρεις δουλειάς. Όχι επειδή με ζορίζει το δάνειο. Αλλά επειδή ζω σε μια χώρα που πολλοί συμπατριώτες μου μάλλον δεν την αγαπούν τελικά, μιας και αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει. Δεν μιλώ για τους φοροφυγάδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, τα πάσης φύσεως λαμόγια. Μιλώ για μια πολύ μεγαλύτερη, φοβάμαι, μάζα. Που κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο την πάρτη της, τον βίο της, τον κύκλο, το σπίτι της, αδιαφορώντας παντελώς για ό,τι κοινό.  Που δεν τηρεί κανένα κανόνα – ούτε καν τους στοιχειώδεις της καλής συμπεριφοράς και δεν έχει και κανέναν σκοπό να τους τηρήσει ποτέ. Που περιμένει πάντα από κάποιον άλλον, κάποιο αόριστο τρίτο, συνήθως αυτός λέγεται, κράτος, όταν δεν λέγεται μ….ς, να κάνει τα  πάντα για λογαριασμό του: απ’ το να βρει δουλειά μέχρι να του καθαρίσει τα σκαλιά όταν χιονίσει. Είναι κακόγουστος, κακότροπος και κακόπιστος. Δεν λέει καλημέρα παρακαλώ, ευχαριστώ, γιατί έτσι γουστάρει. Πετάει το σκουπίδι του στο δρόμο, καπνίζει στο εστιατόριο, γιατί έτσι γουστάρει. Αγνοεί επιδεικτικά την ουρά στα διάφορα μαγαζιά και όταν την υπενθυμίσει κανείς, ενοχλείται μεγαλοφώνος. Βγάζει το σκύλο του βόλτα (αν το βγάλει) και δεν διανοείται να μαζέψει τα κουραδάκια του. Το μπαλκόνι του είναι η αποθήκη του και στα παλιά των υποδημάτων του, αν εσύ πίνεις καφέ με θέα την σκεβρωμένη σιδερένια ντουλάπα και δύο σφουγγαρίστρες. Ακούει, πως κάτι καλό έγινε και αντί να χαρεί, ψάχνει να βρει τον λάκο στην φάβα. Δεν τον θέλω πια στην καθημερινότητά μου. Έχει καταστρέψει την πατρίδα μου. Είναι μίζερος και κινδυνεύω να με πάρει μπάλα η μιζέρια του.
 Ναι, λοιπόν γιατί αν ήμουν δεκαοκτώ, είκοσιοκτώ, τριαντακτώ, θα ήμουν κολλημένος σ’ ένα μηχάνημα και θα έψαχνα δουλειά, ανά τον κόσμο. Θα έφευγα όχι για καλύτερη δουλειά, όχι για περισσότερα λεφτά, αλλά για να ξαναβρώ την   ποιότητα    της   καθημερινότητας   μου. Τι αξίες, της οργανωμένης κοινωνίας, που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου, της συλλογικής εργασίας, της κοινωνικής προσφοράς, του εθελοντισμού. Τη χαρά του να κυκλοφορώ ελεύθερα στο δρόμο, να παίρνω το λεωφορείο όποτε θέλω και να μου λέει καλημέρα ο ταμίας του σούπερ  μάρκετ.  Κι ας ήταν γκρίζος ο ουρανός  κι ας μην είχε θάλασσα και φαράγγια. Το τίμημα που πληρώνουμε γι’ αυτόν τον γαλανό ουρανό είναι τεράστιο. Δεν είμαι ούτε δεκαοκτώ ούτε τριαντακτώ, αλλά κοιτάζω που και που λάγνα τις αγγαρίες για δουλειά και δεν δυσκολεύομαι καθόλου να με δω να φεύγω.
Όμως, επειδή, δεν αγαπώ αυτόν τον τόπο, ούτε τον συμπαθώ, αλλά, αλλά τον ΛΑΤΡΕΥΩ, διότι στάθηκε σαν οδηγός και φάρος φωτεινός, για πολλούς άλλους τόπους, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΦΥΓΩ.
Θα μείνω για πάντα, αιώνιος εραστής του, με όλες τις ατέλειές του.