Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις οικογενειακές υποθέσεις, όπου πίσω από τα αιτήματα και τις θέσεις υπάρχουν συναισθήματα, σχέσεις και μια κοινή καθημερινότητα που συνεχίζεται.
Η οικογενειακή διαμεσολάβηση αφορά, μεταξύ άλλων, ζητήματα που προκύπτουν μετά από έναν χωρισμό ή διαζύγιο: επιμέλεια και επικοινωνία με τα παιδιά, διατροφή, πρακτικές ρυθμίσεις της καθημερινότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντιπαράθεση δεν σταματά με μια δικαστική απόφαση — συχνά συνεχίζεται μέσα στον χρόνο.
Για παράδειγμα, δύο γονείς που διαφωνούν για το πρόγραμμα επικοινωνίας με το παιδί τους μπορεί να οδηγηθούν στο δικαστήριο. Ακόμη και αν εκδοθεί απόφαση, η εφαρμογή της στην πράξη απαιτεί συνεργασία. Όταν αυτή δεν υπάρχει, η ένταση παραμένει και η διαφορά επανέρχεται.
Η διαμεσολάβηση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον νόμο, αλλά να δημιουργήσει έναν χώρο όπου τα μέρη μπορούν να συζητήσουν πιο πρακτικά και πιο άμεσα. Με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, δίνεται η δυνατότητα να τεθούν στο τραπέζι όχι μόνο οι νομικές θέσεις, αλλά και οι πραγματικές ανάγκες της καθημερινότητας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν υπάρχουν παιδιά. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν επηρεάζουν μόνο τα δύο μέρη, αλλά και τρίτους, οι οποίοι δεν συμμετέχουν στη σύγκρουση, αλλά βιώνουν τις συνέπειές της.
Η διαδικασία δίνει τη δυνατότητα στα μέρη να διαμορφώσουν από κοινού λύσεις που να μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Αντί για μια γενική ρύθμιση, μπορεί να προκύψουν πιο συγκεκριμένες συμφωνίες, προσαρμοσμένες στις συνθήκες της κάθε πλευράς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση είναι εύκολη ή ότι οδηγεί πάντα σε συμφωνία. Ωστόσο, ακόμη και όταν δεν καταλήγει σε πλήρη επίλυση, συχνά βοηθά στη μείωση της έντασης και στη βελτίωση της επικοινωνίας. Άλλωστε, η βασική διαφορά με το δικαστήριο είναι ότι στη διαμεσολάβηση τη λύση τη βρίσκουν τα ίδια τα μέρη, δεν τους επιβάλλεται. Η εμπειρία, δε, δείχνει ότι οι άνθρωποι τείνουν να τηρούν πολύ πιο πιστά μια συμφωνία που συνδιαμόρφωσαν, παρά μια απόφαση που τους επιβλήθηκε από έναν τρίτο (τον δικαστή).
Ένα ακόμη όφελος, και ειδικά σε μικρές κοινωνίες, αποτελεί το γεγονός ότι όσα λέγονται στο τραπέζι της διαμεσολάβησης είναι απόρρητα και δεν δημοσιοποιούνται (σε αντίθεση την ανοιχτή ακροαματική διαδικασία). Η ιδιωτική ζωή της οικογένειας προστατεύεται, έτσι, από τα αδιάκριτα βλέμματα.
Σε κάθε περίπτωση, στις οικογενειακές διαφορές, η ύπαρξη ενός χώρου διαλόγου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική — όχι μόνο για τη λύση της διαφοράς, αλλά και για την επόμενη ημέρα. Ειδικά όταν τα μέρη δείχνουν ωριμότητα ως προς τη διασφάλιση του συμφεροντος των παιδιών και θέλουν να έχουν μια ήρεμη καθημερινότητα στη “νέα” τους ζωή, η διαμεσολάβηση προσφέρει ένα win- win αποτέλεσμα πολύ ευεργετικό για όλους.
Εν κατακλείδι, στην οικογενειακή διαμεσολάβηση, οι γονείς δεν είναι αντίδικοι, αλλά συνομιλητές που καλούνται να σχεδιάσουν το μέλλον των παιδιών τους, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους.
Μπορείτε να βρείτε τον κατάλογο διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και άλλες πληροφορίες στον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.diamesolavisi.gov.gr/mitrwo-diamesolavitwn



