Οι συζητήσεις των τελευταίων χρόνων, περιστρέφονται γύρω από δύο όρους που μεταξύ τους συνδέονται απολύτως. Ο ένας όρος είναι το δημόσιο χρέος και ο άλλος όρος είναι το πρωτογενές πλεόνασμα. Πρωτογενές πλεόνασμα σε απλά ελληνικά, είναι το απόθεμα που δημιουργεί μονάχο του το κράτος κάθε χρόνο απ' τα έσοδα, για να πληρώνει τις δανειακές υποχρεώσεις του. Όσο μεγαλύτερο είναι το πλεόνασμα, τόσο η χώρα εμφανίζεται ικανή να αποπληρώνει τα χρέη της, άρα εμφανίζεται και πιο φερέγγυα στις χρηματαγορές για να αρχίσουνε ξανά να την δανείζουν.
Για την Ελλάδα, η παραπάνω συνθήκη αποτελεί και την τεράστια παγίδα στην οποία έχει βρεθεί. Κι αυτό διότι, όσο μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα εξασφαλίζει, τόσο περισσότερο χάνει το δικαίωμα να ζητήσει μείωση του χρέους της. Με περικοπές στις αμυντικές και κοινωνικές δαπάνες, μειώσεις μισθών και συντάξεων, απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις, φτώχεια και δυστυχία, η Ελλάδα βελτίωσε τους οικονομικούς της δείκτες και πέτυχε ξανά πρωτογενές πλεόνασμα. Κι αφού το πέτυχε, οι δανειστές της την χτυπούνε φιλικά στην πλάτη, και της ζητούν να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, “αφού απέδειξε πως μπορεί να σταθεί μονάχη της στα πόδια της”.
Στη λογική αυτή κινήθηκε η κυβέρνηση Σαμαρά. Το 2014, ο Σαμαράς είχε εξαγγείλει ένα πρόγραμμα δημοσιονομικών στόχων για τα έτη 2014-2018. Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε πως το 2014 η Ελλάδα θα πετύχαινε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,3% του ΑΕΠ, το οποίο θα αυξανόταν το 2018 στο ποσοστό-ρεκόρ του 5,2%. Για την περίοδο από το 2016 μέχρι και το 2018, η κυβέρνηση Σαμαρά υποσχόταν ότι θα εξασφάλιζε διαρκώς πλεόνασμα πάνω από 3%, τη στιγμή που η Γερμανία κατάφερε το στόχο αυτό μονάχα για δύο τρίμηνα από το 1995 ως τα σήμερα. Μέχρι την ώρα που η κυβέρνησή τους κατέρρευσε, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Βαγγέλης Βενιζέλος, επέμεναν πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται διαγραφή χρέους. Κι αφού το έβλεπαν βιώσιμο το χρέος οι ίδιοι, δεν είχε κι η Τρόικα κανένα λόγο να τους διαψεύσει.
Ο Αλέξης Τσίπρας θέλησε να κινηθεί αντίστροφα. Διακήρυξε παντού ότι το χρέος αυτό δεν είναι βιώσιμο και πως χρειάζεται διαγραφή ενός μέρους του. Αυτό θα μείωνε τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας, άρα και τις ανάγκες για μεγάλα πλεονάσματα και υψηλή φορολογία ή νέες περικοπές. Πολύ σωστά – αλλά λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο, την Τρόικα και τη Γερμανία στη γωνία. Σαν τι κατάφερε ως τα τώρα; Να επιβιώσουμε όπως-όπως για δυο χρόνια, να μας δοθούνε ελαφρύνσεις για το χρέος, αλλά με υποχρέωση για διπλάσιο πλεόνασμα του χρόνου, ύψους 2%. Και μετά; Μετά γυρνάμε εκεί που 'χαμε μείνει: Πλεόνασμα 3,5% το 2018, διαπραγμάτευση για τα επόμενα χρόνια, και με τον Σόιμπλε να αξιώνει διατήρηση του ποσοστού για 10 έτη!
Η Ελλάδα ξαναδέθηκε τον Μάιο με τον διαβόητο “δημοσιονομικό κόφτη”. Εάν δεν πετυχαίνει το πλεόνασμα που υπέγραψε, θα ενεργοποιείται ο “κόφτης” στις δαπάνες, μέχρι 2% επί του ΑΕΠ. Αν δηλαδή ο στόχος για πλεόνασμα είναι 3,5% και η κυβέρνηση εξασφαλίσει 0%, τότε ο “κόφτης” με τις περικοπές του, θα επαναφέρει την ισορροπία στο 2%.
Ποια είναι η αντιπρόταση της Νέας Δημοκρατίας; Ριζική μείωση των δημόσιων δαπανών, και μία νέα συμφωνία για πρωτογενές πλεόνασμα στο 2%.
Πώς προτιμάτε τώρα το πικρό ποτήρι; Μισοάδειο ή μισογεμάτο;



