Έξω βρέχει, σηκώνομαι και χαζεύω τις νεροσυρμές που σχηματίζει η βροχή. Έτσι είναι η ζωή αναλογίζομαι. Γάργαρο νερό που τρέχει και πίσω δε γυρνάει.
Βέβαια συναντά και εμπόδια, παρασέρνει ό,τι βρει στο διάβα του, σπάνια φτάνει στον προορισμό του ομαλά.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής η αδελφή μου ταραγμένη.
«Τι συμβαίνει;», της λέω. Πέθανε ο αγαπημένος ξάδερφός μας. Έναν μήνα σε καταστολή από εγκεφαλικό. Ένας άνθρωπος με χιούμορ, γλυκός και δοτικός. Πάγωσα, όλα τα ξαδέρφια μας τα λατρεύουμε.
Θυμάμαι ότι από την ηλικία των 12 χρονών μαζί με τη μητέρα μου και την αδελφή μου είχαμε αναλάβει την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγησή τους, γιατί οι θείοι είχαν φύγει στη Γερμανία για δουλειά. Οι ηλικίες τους; Κρατηθείτε: τα δυο αγόρια από 20 ημερών, δηλαδή μισό σαραντισμό έπαιρνε η θεία μου, τα άλλα δύο 1,5 χρονών και 3 και του τρίτου αδελφού της μητέρας μου 10 και 12 χρονών.
Μια τέτοια είδηση πρέπει να έχεις δύναμη και λογική για να τη διαχειριστείς.
Πριν τρία χρόνια χάσαμε τον αδελφό του. 59 χρονών, επτά φορές πρωταθλητής Ελλάδος στο Taekwondo στην κατηγορία του, διακεκριμένος προπονητής και δάσκαλος. Δυνατό παλληκάρι, ασταμάτητα γυμναζόμενος…
Σε όλες τις φωτογραφίες μου στα εφηβικά μου χρόνια είχα κι ένα παιδί στην αγκαλιά μου. Οι αναμνήσεις, άπειρες.
Μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, αλλά για εμάς δεν ήταν ξαδέρφια, ήταν παιδιά μας. Αντίστοιχη ήταν και η αγάπη τους προς εμάς.
Έκλαψα, πόνεσα, αλλά είπα ότι πρέπει να αποδεχόμαστε και τα χαρούμενα και τα δυσάρεστα.
Πέρασαν μέρες. Οι μνήμες έστησαν χορό στον λογισμό μου.
Πού βρέθηκα; Μπροστά στο Ηρώο του χωριού μου. Μικρούλα, απαγγέλω ένα ποίημα:
«Απόψε που κοιμήθηκα, μου φάνηκε πως είδα,
στου ύπνου το ξεφάντωμα, τη λατρευτή πατρίδα.
Και μού ‘πε μόλις σηκωθώ, να πάω και να τρέξω,
να βρω λουλούδια δροσερά, στεφάνια για να πλέξω.
Ω ήρωες δεχθείτε τα στεφάνια, όπου τα στέλνει η μάνα σας με τόση περηφάνια.
Ω ήρωες μπροστά σας γονατίζω και τη μεγάλη δόξα σας με στέφανα στολίζω».
Ω Θεέ μου, τι θυμήθηκα! Πέρασαν 62 χρόνια από τότε που όπως σας είπα απήγγειλα το ποίημα μπροστά στο Ηρώο του χωριού μας για τους ήρωές μας.
Ήξερα ότι ανάμεσα στον κόσμο ήταν και οι αγαπημένες μου, η μητέρα μου και η θεία μου, οι οποίες έκλαιγαν γιατί στα ονόματα που ήταν γραμμένα στο Ηρώο ήταν και ο μικρός αδελφός τους, ο οποίος σκοτώθηκε πατώντας νάρκη στην επιστροφή από μία άσκηση…
Εκτός από τις δυσάρεστες στιγμές της ζωής μας, είχαμε και ευχάριστες.
Χριστούγεννα. Ακούγεται αυστηρή η φωνή της μητέρας μας: «Μην τυχόν και ανοίξετε το σεντούκι με τα τσουρέκια». Χριστέ μου και πώς μοσχομύριζαν! «Πρώτα θα κοινωνήσετε και μετά θα φάτε».
Στην εκκλησία πηγαίναμε ξημερώματα. Τα κάλαντα τα λέγαμε την παραμονή. Τι μας έδιναν; Ξυλοκέρατα, ξερά σύκα, μανταρίνια και με αυτά ήμασταν χαρούμενα.
Και περάσανε τα χρόνια.
Ήρθε η εφηβεία, μαθήτριες Γυμνασίου πια.
Οι γονείς μας, παρ’ ότι οι περισσότεροι αμόρφωτοι, είχαν κοινωνική μόρφωση, το λέω και το εννοώ. Μας έβαζαν όρια, δε χαϊδεύανε όπως σήμερα φοβούμενοι μη στενοχωρήσουν τα παιδιά τους.
«Προσέξτε καλά», μας έλεγε η μητέρα μας, «όσα χρόνια και να μείνετε στην ίδια τάξη, θα τελειώσετε το Γυμνάσιο και θα πάτε και παραπέρα». Τα σχολεία τότε παρείχαν ουσιώδη μόρφωση, κάτι που λείπει σήμερα.
Η διασκέδασή μας; Μόνο τα σαββατοκύριακα βόλτα ή κινηματογράφο με τις φίλες μας και φυσικά νωρίς στο σπίτι.
Ντύσιμο ευπρεπές και συμπεριφορά κόσμια. Δεν είναι υπερβολικά όσα αναφέρω. Φυσικά υπήρχαν και εξαιρέσεις, αλλά αυτές ήταν μειοψηφία.
Τι άλλο θυμήθηκα. Μια μέρα η μητέρα μας, έμαθε ότι εγώ και η αδελφή μου μεταφέραμε κάτι που μας είπανε.
Άστραψε και βρόντηξε. Η φωνή της έφθανε στα ουράνια. «Τι σας έχω πει ότι δε θα ανακατευόμαστε σε κουτσομπολιά»; Μικρές ήμασταν, το πολύ να ήμουν τρίτη Δημοτικού και τετάρτη η αδελφή μου.
Πήρε τη μασιά της σόμπας και κατευθύνθηκε απειλητικά προς το μέρος μας. Εγώ διαβολάκι γρήγορο, διέσχισα την πλατεία του χωριού ξυπόλυτη. «Παππού, η μαμά θα μας δείρει!». «Κάθ’κα αδακά», είπε ο παππούς. «Εγώ θα ‘πάγω σο καφενείον. Κοιμού και το πρωί πας σο σχολείον».
Η αδελφή μου φυσικά το έφαγε το ξύλο.
Το πρωινό; Σενάριο ελληνικής ταινίας. Εγώ ξυπόλητη ξεκίνησα για το σχολείο, η δε αδελφή μου φορτωμένη με τα παπούτσια και την τσάντα μου.
Οι αναμνήσεις άπειρες. Πρωτομαγιά με μια μεγαλοκοπέλα σ’ ένα καταπράσινο χωράφι, ψάχναμε το τετράφυλλο τριφύλλι για να ‘χουμε τύχη στη ζωή μας. Σιγά που το βρήκαμε.
Τα πρωινά πήγαινα τα ζώα στους πρόποδες του λόφου και τα αναλάμβανε ο τσοπάνος. Όλως τυχαίως βρήκα ένα τάλιρο. «Χρήστο», φωνάζω τον βοσκό, «βρήκα ένα τάλιρο, δικό σου είναι»; «Ναι Χρύσα». Βρε κορίτσι, τι αγαθό που ήσουν.
Και κάτι άλλο. Παίζαμε στην πλατεία του χωριού. Μόλις έφθανε το βραδάκι άκουγες τον μπαμπά της Κίτσας. «Κίτσαααααα». «Ωχ», έλεγε η φίλη μου, «πρέπει να φύγω». Δεν παντρεύομαι πόντιο και δη Καραμανίδη.
Και σε λίγο ακούγαμε τα ταμ-ταμ. Τι ήτανε τα ταμ-ταμ; Ο πατέρας του Ηλία και του Κώστα, επειδή ζούσαν στους πρόποδες του βουνού και όσο και να φώναζε ο κυρ Γιώργος δε θ’ ακουγόταν, είχε ένα σίδερο και χτυπούσε τα βαρέλια κι έτσι οι συμμαθητές μας καταλάβαιναν ότι έπρεπε να ξεκινήσουν για το σπίτι.
Όμορφα, άδολα, γλυκά χρόνια. Χωρίς ανταγωνισμούς, χωρίς βία, αντίθετα με πολλή αγάπη, αλληλεγγύη.
Η αλήθεια είναι πως όσα χρόνια και να περάσουν, μπορεί οι αναμνήσεις να ξεθωριάζουν αλλά δε χάνονται.
Και προσοχή. Δεν πρέπει να αναμασάμε τις δυσάρεστες αναμνήσεις.
Καλό είναι ό,τι βρίσκεται μέσα μας να το βγάζουμε στο συνειδητό, στο προσκήνιο, στο φως, ώστε να δούμε, ό,τι αξίζει να το κρατήσουμε και ό,τι δεν αξίζει να το πετάξουμε.
Η μνήμη είναι από τα βασικότερα συστατικά της θεμελίωσης της ταυτότητας του ανθρώπου.



