Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι δεν είναι πρόδηλο ότι η Ελλάδα ενήργησε στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας και ότι ειναι πιθανό να κριθεί ότι ενήργησε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αφορούσε σε σχέσεις αστικού και εμπορικού δικαίου, άρα η αγωγή μπορεί να επιδοθεί στην Ελληνική Δημοκρατία. Συνεπώς η αγωγή δεν είναι δικονομικά απαράδεκτη, αλλά αυτό δεν προδικάζει την έκβαση επί της ουσίας ενώπιον των γερμανικών αστικών δικαστηρίων.
Αντιθέτως το ΔΕΕ διατύπωσε κρίσιμες σκέψεις που αφορούν την ελληνική νομοθεσία με την οποία εισήχθησαν αναδρομικά οι ρήτρες συλλογικής δράσεις ( CAC s) στα ελληνικά ομόλογα. Συγκεκριμένα παρατηρεί ότι η εισαγωγή των CACs δεν παραβιάζει την κρατούσα εμπορική πρακτική, ότι όλες οι σχετικές νομοθεσίες προβλέπουν CACs . Αυτό προβλέπεται στο αγγλικό δίκαιο, αλλά πλέον και στο κοινοτικό δίκαιο μετά τη Ντοβίλ.
Το ΔΕΕ επίσης σημειώνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θέλησε να διατηρήσει τη σχέση με τους ομολογιούχους σε επίπεδο ιδιωτικού δικαίου για αυτό εξάρτησε την αποδοχή της πρότασης του PSI από τη θετική απάντηση της πλειοψηφίας των ομολογιούχων για κάθε ομόλογο. Αρα επιβεβαιώνει τον εθελοντικό χαρακτήρα της διαδικασίας και αυτό εκτιμάται ότι η απόφαση είναι πολύ θετική. Να σημειωθεί ότι η Ελλάδα κέρδισε πρόσφατα σχετική διαιτητική δίκη στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο προστασίας επενδύσεων ( ICSID ).
Από την πλευρά του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση ως υπουργός Οικονομικών, σχολιάζεται ότι με την απόφαση αυτή καταδεικνύεται η σημασία της ίσης μεταχείρισης όλων των ομολογιούχων και η απόλυτη νομική δυσκολία που υπήρχε να εξαιρεθούν οι ΄Ελληνες ομολογιούχοι σε σχέση με ξένους ομολογιούχους φυσικά πρόσωπα, προκειμένου να θωρακιστεί νομικά το κούρεμα του ελληνικού χρέους κατά 137 δις ευρώ ( μαζί με την επαναγορά ), κούρεμα που φτάνει τα 180 δις ευρω σε πραγματικούς όρους ( καθαρή παρούσα αξια ), δηλαδή συνυπολογιζομένων των χαμηλών επιτοκίων και της μεγαλης διάρκειας του χρέους .
Πηγή: Το Βήμα



