Ο σταθμός του ΟΣΕ της Δοϊράνης είναι πια ένα πανάθλιο μικρό οικοδόμημα, που δεν έχει καμία σχέση με τα καλαίσθητα κτίρια του παλιού σταθμού μέσα στον οικισμό της Δοϊράνης, ένα ολόκληρο συγκρότημα του περασμένου αιώνα, με τη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των κτιρίων του ΟΣΕ.
Πρόκειται για έναν σταθμό που για να τον πλησιάσεις θα πρέπει να διασχίσεις ένα βομβαρδισμένο χωματόδρομο κοντά 500 μέτρων, με τους χωραφόδρομους του κάμπου να θυμίζουν κοντά του… αεροδιάδρομο!
Κι όταν με το καλό φθάσεις στο σταθμό, βρίσκεσαι μπροστά σε μια πρωτόγνωρη εικόνα, που περισσότερο μοιάζει με… εμπόλεμη ζώνη, με οικοδόμημα που χτυπήθηκε από ρουκέτα, κάηκε κι εγκαταλείφθηκε. Ο χώρος αναμονής των επιβατών χάσκει ανοιχτός, χωρίς ίχνος πόρτας, προφανώς για ν’ αερίζεται ελεύθερα, για να μπαινοβγαίνει με άνεση ο βαρδάρης, ανεμπόδιστα κι απρόσκοπτα. Τα σημάδια από τις φωτιές βρίσκονται παντού, αλλά κυρίως στο βάθος της αίθουσας, όπου μάλλον οι μετανάστες βρίσκουν ζεστασιά στις κρύες ημέρες του χειμώνα, μέχρι να συνεχίσουν το ταξίδι τους για τη βόρεια Ευρώπη, ταξιδευτές κι αυτοί της ζωής, αλλά χωρίς εισιτήριο και με μόνο διαβατήριο τ’ όνειρό τους για ένα καλύτερο αύριο.
Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας, έτος μηδέν. Λίγο πιο βόρεια, στο κέντρο του Σ.Σ. Μουριών, η ίδια εικόνα εγκατάλειψης και καταστροφής στο σταθμό του χωριού. Λίγο πιο νότια, στην Κρηστώνη, στο σταθμό του Κιλκίς, τον κεντρικό του νομού, η αθλιότητα καλά κρατεί και με την άσφαλτο να είναι απροσπέλαστη σε μια απόσταση μόλις 20 μέτρων. Η απόλυτη αδιαφορία και του ΟΣΕ και του δήμου Κιλκίς, γι’ αυτούς που επιμένουν να ταξιδεύουν με το τρένο, είτε από επιλογή είτε από αδυναμία.
Τα τρένα που φύγαν
αγάπες μου πήρανε.
Αγάπες και κλαίνε,
ποια μοίρα τις μοίρανε;…
Κ.Τ.



