Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2024, 3:58:37 πμ
Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009 15:02

Στη μνήμη του Δημοσθένη Παπαδόπουλου


Πέρασε ένας χρόνος που έφυγες. Παρόλα αυτά ακόμη πολύ δύσκολα -εμείς στην οικογένειά σου- συγκρατούμε τα δάκρυά μας και νιώθουμε την ανάγκη να σου μιλήσουμε. Να παρηγορηθούμε με τη θύμησή σου : Από τότε που μας περιέγραφες την παιδική σου ηλικία και τα βιώματά σου μέχρι που έφυγες από κοντά μας για το μεγάλο ταξίδι σου.

Πολυαγαπημένε μας πατέρα,

Τότε που είδες το φώς της ημέρας εδώ, στο Κιλκίς, από οικογένεια Πόντιων προσφύγων. Τότε που μικρό παιδί έζησες την Κατοχή, πουλώντας αυτοσχέδια τσιγάρα. Και αργότερα, στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, βοηθώντας περήφανα τον αγρότη πατέρα σου στη δεύτερη δουλειά του, για να ζήσει την οικογένειά του, όταν γυρνούσατε στα χωριά του Κιλκίς, ως φωτογράφοι.
Θυμόμαστε, πατέρα, τις διηγήσεις σου, όταν από μαθητής γυμνασίου έμεινες ορφανός και - παρόλο που ήσουν άριστος μαθητής - αναγκάστηκες να διακόψεις στη μέση το Γυμνάσιο, για να συνεχίσεις εσύ, ο ίδιος, τις αγροτικές εργασίες της οικογένειάς σου στο μικρό αγροτικό προσφυγικό κλήρο, ενώ παράλληλα άρχισες και δεύτερη εργασία σε τσαγκαράδικο, μιας και ήσουν ο μόνος άντρας στην οικογένεια. Ξεχώριζες, όμως, Δημοσθένη, από μικρός για το ήθος σου, τον άκαμπτο και δυνατό χαρακτήρα σου και την έφεσή σου στην μάθηση. Αρετές, που έκαναν τους καθηγητές σου να σε βοηθήσουν με έρανο να αγοράσεις βιβλία και τους  συμμαθητές σου με την αγάπη τους να σε βοηθούν στο δύσκολο, την εποχή εκείνη, θέρος των σιταριών και τις καπνικές εργασίες, ώστε να ξαναρχίσεις το Γυμνάσιο. Και όταν την επόμενη χρονιά τα οικονομικά της οικογένειας, όπως μας έλεγες, χειροτέρεψαν και χρειαζόταν έστω και στοιχειώδεις πόροι, που έλειπαν, βρήκες τον τρόπο να αντεπεξέλθεις στις δυσκολίες, ακούγοντας για πρώτη φορά τα χειροκροτήματα των συμμαθητών σου στο Γυμνάσιο. Όχι, βέβαια, τα πολιτικά (που δεν άργησαν), αλλά τα χειροκροτήματα συμπάθειας, όταν δε δίστασες να συνεταιριστείς με δύο άλλους συμμαθητές σου, φτωχόπαιδα και αυτά, για να αδειάσετε τις αποχετεύσεις του Γυμνασίου Κιλκίς με έναν κουβά, ένα σκοινί και μια βοϊδάμαξα με ξύλινα βαρέλια, προκειμένου να μοιράσετε τις 300 δραχμές, που σας έδωσε ο Γυμνασιάρχης, που ήταν τόσο απαραίτητες για τροφή της οικογένειάς σου και βιβλία. 
Το ήθος σου και οι επιδόσεις σου στο σχολείο σε έκαναν αμέσως να ξεχωρίζεις, λάμποντας. Δεν ήταν τυχαίο που ως άριστος μαθητής άνοιξες δικό σου φροντιστήριο, για τους συμμαθητές σου, για να ενισχύσεις το οικογενειακό εισόδημα. Ούτε ήταν τυχαίο, που έκανες περήφανη την οικογένειά σου και τους καθηγητές σου, όταν σημαιοφόρος στην τελευταία τάξη κρατούσες την Ελληνική Σημαία.
Αυτό το σπάνιο κράμα του χαρακτήρα σου, πατέρα, σφυρηλατημένο με την θέληση για προκοπή ενός προσφυγόπουλου, που στις φλέβες του κυλούσε γνήσιο ποντιακό αίμα, το σπάνιο ήθος του έφηβου που δε φοβόταν τη ζωή που ανοίγεται μπροστά του και το όνειρο του νέου για να κατακτήσει καινούργιους ορίζοντες, σε βοήθησαν να περάσεις στο Πανεπιστήμιο και να πάρεις με το σπαθί σου υποτροφία από τη ΣΕΚΕ για να σπουδάσεις στην Αθήνα στην Ανωτάτη Εμπορική, την κορυφαία για την εποχή σου Οικονομική Σχολή στην Ελλάδα. Και όχι μόνο. Σε οδήγησαν να κατακτήσεις το 1956 νέα υποτροφία στις ΗΠΑ για μεταπτυχιακές σπουδές στην αγροτο-συναιτεριστική οικονομία, ξανακάνοντας περήφανη την οικογένειά σου. Και όταν οι Κασσάνδρες σε δελέαζαν να μείνεις για πάντα στα ξένα - κάτι που ήταν όνειρο για κάθε νέο της εποχής - εσύ, με περηφάνια μας περιέγραφες, ότι όρθωσες το ανάστημά σου και δεν πρόδωσες αυτούς που σε σπούδασαν. Όπως δεν πρόδωσες ποτέ στην μετέπειτα πορεία σου. Γύρισες, πίσω και εργάστηκες ως Διευθυντής Βορείου Ελλάδος στην Καπνοβιομηχανία ΣΕΚΕ-Ματσάγγου.
Ήταν τα χρόνια εκείνα που γνώρισες τη γυναίκα της ζωής σου. Την αγαπημένη σου Ρένα, που από την πρώτη στιγμή σε ακολούθησε πιστά στο ταξίδι σου. Ήταν τα χρόνια εκείνα που μαζί με τα παιδιά σου, που ήρθαν, και σου έδωσαν χαρά μεγάλη, ήρθε και η ανάμειξή σου στην πολιτική, ως αποτέλεσμα της θέλησής σου για προσφορά στον τόπο σου και ανταπόδοση της βοήθειας στους ανθρώπους της ιδιαίτερης πατρίδας σου. Ήταν, όμως, και τα χρόνια που άρχισες και τις δεύτερες σπουδές σου, στη Νομική.
Άριστος και αγαπητός, όπως ήσουν, έντιμος και με ατσάλινη θέληση, δε δυσκολεύτηκες να οργώσεις, αυτή τη φορά τα χωράφια της πολιτικής και να την κατακτήσεις, για έναν απλό λόγο, που τον φανέρωνε και το ίδιο το όνομά σου : τη δύναμη που στα δύσκολα εκείνα χρόνια σου έδινε ο λαός του Κιλκίς. Αυτοί που σε έβλεπαν ως εκφραστή των ελπίδων τους για μια καλύτερη ζωή. Γι’ αυτό και όχι μόνο δεν δίστασες να έρθεις αντιμέτωπος και να αναμετρηθείς, ως σύγχρονος Οδυσσέας, με τα τέρατα της εποχής, που δυνάστευαν τον τόπο σου, αλλά και να τα νικήσεις σε όλα τα επίπεδα.
Καταλαβαίναμε, από τις διηγήσεις σου, πατέρα, ότι στην δεκαετία του 1960, εκείνη, δηλαδή, την κοσμογονική εποχή, που σημάδεψε ανεξίτηλα τον αιώνα που πέρασε, είχες γίνει ένας ζωντανός θρύλος στον τόπο σου, έχοντας εκλεγεί τρεις φορές βουλευτής με την ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ : το 1961, το 1963 και το 1964. Ακόμα θυμόμαστε τις περιγραφές σου, που με πολλή περηφάνια έκανες, όταν ως ο νεότερος βουλευτής, από το ακριτικό Κιλκίς, όχι μόνο αποκάλυπτες στη Βουλή αλήθειες που συντάρασσαν το Πανελλήνιο, αλλά πολύ περισσότερο όταν βοηθούσες τους συμπατριώτες σου, χωρίς διάκριση σε κόμματα και χρώματα, για να καλυτερέψουν τη ζωή τους : άλλους να βρουν δουλειά στην Ελλάδα, άλλους να μπορέσουν να δουλέψουν ως ξενιτεμένοι και άλλους να διεκδικήσουν και να πάρουν χωράφια για να ζήσουν.
Θυμόμαστε, όμως και όσα μας περιέγραφες για την περίοδο της συνταγματικής εκτροπής στην Ελλάδα, όταν οι Εφιάλτες της εποχής, προπαθούσαν να σε προσεταιριστούν. Εσύ, όμως, φτιαγμένος από σπάνιο κράμα και ανθεκτικό μέταλλο, δε λύγισες ούτε για μία στιγμή και δεν πρόδωσες ποτέ : Ούτε τότε, ούτε όταν το σκοτάδι των συνταγματαρχών σκέπασε προσωρινά την Ελλάδα, ούτε όταν δοκιμάστηκες με την οικογένειά σου στην εξορία. Θυμόμαστε πόσο απλά και περήφανα μας έλεγες, αυτό που και ο Κύριος δίδασκε στους μαθητές του : Όταν έρθει το φως, το σκοτάδι διαλύεται και σκορπίζει.
Αυτό το φως της μεταπολίτευσης σε βρήκε να δικηγορείς με επιτυχία στη Θεσσαλονίκη και να πολιτεύεσαι ξανά, με εκείνους που έκρινες ότι ήταν οι εκφραστές των πολιτικών σου θέσεων, τις οποίες δεν απαρνήθηκες και δεν πρόδωσες ποτέ. Γι’ αυτό και ο λαός του Κιλκίς σε ξανατίμησε το 1985, για να τον εκπροσωπήσεις πάλι στη Βουλή. Για να γράψεις και πάλι νέες σελίδες αγώνων και προσφοράς στον τόπο σου. Προσφοράς και βοήθειας που σε πολλούς θα μείνει αξέχαστη, γιατί και πάλι δεν κοίταζες να έχει ένα χρώμα, αλλά και δεν δίσταζες να την προσφέρεις σε εκείνους που πραγματικά την χρειαζόταν, ακόμη και αν ερχόσουν σε αντίθεση με μικροσυμφέροντα.
Και όταν αποφάσισες να αποσυρθείς από την ενεργό πολιτική, ως βουλευτής, θέλησες και πάλι να είσαι κοντά στην αγαπημένη ιδιαίτερη πατρίδα σου, από άλλο μετερίζι : τη δικηγορία. Και έμεινες κοντά στο Κιλκίς και στους ανθρώπους του, ακόμη και όταν χτυπημένος από τον ύπουλο εχθρό έδωσες την άνιση μάχη στα μαρμαρένια αλώνια για αρκετά χρόνια, με τη βοήθεια και την αυταπάρνηση της αγαπημένης σου γυναίκας και τη συμπαράσταση όλων μας.
Αγαπημένε μας πατέρα,
Το ταξίδι σου με εμάς, την οικογένειά σου, τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, τους συγγενείς σου, ήταν συναρπαστικό και αλησμόνητο. Μοναδικό και γεμάτο εμπειρίες. Μας αγάπησες και σε λατρέψαμε.
Ήσουν μοναδικός σύζυγος. Ήσουν ένας καταπληκτικός πατέρας. Και ένας πραγματικός δάσκαλος. Παράδειγμα μοναδικό για εμάς. Σεμνός, περήφανος, τίμιος και ασυμβίβαστος. Αγέρωχος και λεβέντης. Ήσουν ο αγαπημένος μας.
Ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα δεν έφυγες, γιατί θα είσαι νοερά πάντοτε κοντά μας. Στη σκέψη μας και στις πράξεις μας.
Η καλοσύνη σου και η αγάπη σου θα μας συντροφεύει και πάντα θα μας δίνει δύναμη. Το ήθος σου και ο χαρακτήρας σου θα είναι φωτεινό παράδειγμα για μάς.
Εκείνο, όμως,  πατέρα, που θα μας λείψει πολύ, είναι το χαμόγελό σου.

H οικογένειά σου