Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2021, 5:14:36 πμ
etpa
Σάββατο, 17 Απριλίου 2021 21:15

Οι καιροί ου μενετοί

Συντάκτης:

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, Εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Ήρθαν και πέρασαν τα χρόνια. Στο διάβα τους μάθαμε και πάθαμε πολλά. Καλά και κακά. Ενθαρρυντικά κι αποθαρρυντικά, ανάλογα με αυτά που προσδοκούσαμε. Ζήσαμε στιγμές που χαρήκαμε και χρόνους που απογοητευτήκαμε. Δώσαμε χαρές και πήραμε, και συνεχίζουμε να περπατάμε με το μέτωπο καθαρό αντίκρυ στον ήλιο. 


Πρόσφυγες οι παππούδες μας από τον Καύκασο μίλαγαν ποντιακά, όταν ήρθαν στην Ελλάδα. Μπέρδευαν τις ελληνικές με τις ποντιακές λέξεις. Είχαν όμως αγνή και φιλική συμπεριφορά και στις δουλειές τους βοήθαγε ο ένας τον άλλον, γιατί δεν υπήρχαν τότε μηχανήματα και τα χωράφια ήθελαν χέρια πολλά.
‘Όταν έχτιζε ένας σπίτι και το έφερνε με αίμα και κόπο στον τελειωμό του, πήγαιναν οι χωριανοί να φτιάξουν τη σκεπή όλοι μαζί κι ύστερα να φάνε, να πιούνε και να  γλεντήσουνε.
Και πριν προφτάσουν να στήσουν τη ζωή στα πόδια της, όταν ο γερμανικός και ο ιταλικός φασισμός απείλησαν την Ελλάδα, άδραξαν δίχως δεύτερη σκέψη το τουφέκι και μπήκαν στην πρώτη γραμμή, γιατί έτσι έκαναν και στον Καύκασο που ζούσαν.
Για την πανάκριβη τη λευτεριά θυσιάστηκαν πολλοί που είχαν «ψυχή βαθιά» κι αγάπη για τη νέα πατρίδα. Το χωριό έχασε τότε πολύ νέο αίμα.
Στον Εμφύλιο, που ακολούθησε μετά την Κατοχή, ήταν με την πλευρά που έχασε. Άλλοι καταδικάστηκαν σε φυλακή, άλλοι στάλθηκαν στα Μακρονήσια κι άλλοι βρήκαν καταφύγιο στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες ή  έμειναν άταφοι πάνω στα βουνά.
Από τότε η Ελλάδα υπήρξε μάνα για τα μισά παιδιά και μητριά για τ’ άλλα μισά. Για τα πρώτα αρκούσε μια απλή συστατική επιστολή από έναν εθνικόφρονα να βρουν δουλειά και να μπουν στο δημόσιο. Τ’ υπόλοιπα έπρεπε να πάρουν το λεγόμενο «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», να βγάλουν διαβατήριο και να φύγουν  στα ξένα.  Στη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας άδειασε σχεδόν από ενήλικες το χωριό. Κάθε σπίτι είχε δύο ή και περισσότερα άτομα στην ξενιτιά. Πίσω έμειναν τα μικρά παιδιά, οι γριές και οι γέροι..
Θυμάμαι, όταν ο ταχυδρόμος ερχόταν στο χωριό, έφερνε μόνο γράμματα κι επιταγές. Ρεύμα δεν είχε τότε το χωριό και το  νερό το παίρναμε από κεντρικές βρύσες.  Τα δάνεια  ήταν άγνωστα την εποχή εκείνη. Όσο για τηλέφωνο υπήρχε όλο κι όλο ένα κι αυτό στο κεντρικό παντοπωλείο.
Όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού χτίστηκαν τα χρόνια εκείνα με λεφτά από την ξενιτιά, τα περισσότερα από τη Δυτική Γερμανία. Από τη χώρα που έσπειρε τον όλεθρο και τη θανή στην Κατοχή, που εξόντωσε το νέο πληθυσμό κι έσπειρε παντού  στον τόπο μας ερείπια. Ώσπου έπεσε η χούντα και ήρθε η Αλλαγή στη ζωή του Έλληνα. Το χωριό απέκτησε «πράσινη» ταυτότητα, πολλοί αριστεροί έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι και αγάπησαν για πρώτη φορά το κράτος.
Κύλησαν τα χρόνια, Αρχικά καλά, αλλά μετά από κάμποσα χρόνια φτώχυνε και χρεοκόπησε η χώρα. Ξανά η νέα γενιά, μορφωμένη πια με πτυχία και μεταπτυχιακά αναζήτησε δουλειά στη Δύση  για να επιζήσει.
Μέσα στων καιρών αυτών την κατήφεια παίρνει τα ηνία της χώρας η Αριστερά, με την Ελλάδα να είναι οικονομικά κατεστραμμένη, την ανεργία να αγγίζει το 1/3 του εργατικού δυναμικού και τους δανειστές να σφίγγουν τη θηλιά γύρω από το λαιμό της σφιχτά. 
Παρόλα αυτά η νέα κι άπειρη κυβέρνηση ελευθέρωσε την πατρίδα από τα δεσμά των μνημονίων κι ασφάλισε τους ανασφάλιστους Έλληνες, που ήταν εκατομμύρια και που δεν είχαν δικαίωμα στην Υγεία. Μείωσε  την ανεργία και για πρώτη φορά πήγαν στην ώρα τους στα σχολεία τα βιβλία.  Ήταν πρώτη φορά στην Ιστορία που, αντί μια κυβέρνηση να αφήνει «καμένη γη» στην επόμενη, άφησε 37 ολόκληρα δις ευρώ, πράγμα απίστευτο για τα ελληνικά δεδομένα!
Εκατό χρόνια από την προσφυγιά και διακόσια από το -21, τη χώρα την κυβερνούν ξανά οι κοτζαμπάσηδες. Αλληλεγγύη δεν υπάρχει τώρα στο χωριό, οι συγγενείς και οι φίλοι δεν έχουν  το ίδια σχέση μεταξύ τους και η συντροφικότητα υποτάχθηκε στην ατομικότητα.
Ενώ παλιά οι αντιθέσεις ήταν ανάμεσα στα κόμματα, τώρα μεταφέρθηκαν μέσα σ’ αυτά. Οι σύντροφοι έγιναν ξένοι μεταξύ τους. Κι, αν υπάρχουν στον ίδιο χώρο μαζί, είναι γιατί τις πιο πολλές φορές τους κρατά δεμένους αλλά όχι ενωμένους η εξουσία.
Το επιμύθιο μετά από τόσα χρόνια στην ξενιτιά και τον ανιδιοτελή αγώνα, είναι για μένα ένα: Όσο πιο μικρό είναι ένα κόμμα, τόσο πιο γερά συγκροτημένο είναι. Όσο απλώνεται στην κοινωνία, τόσο διευρύνεται ιδεολογικά, αλλά και αποδυναμώνεται συντροφικά. Κι είναι αυτό που πρέπει να ξεπεράσει η Αριστερά. Να θέσει τη συλλογικότητα πάνω από την ατομικότητα, αν θέλει να διατηρήσει τα ιδεολογικά της χαρακτηριστικά. Αριστερή φρασεολογία και μονοπωλιακή νοοτροπία δεν μπορεί να συνυπάρχουν σε μια προοδευτική συμμαχία. «Οι καιροί ου μενετοί».