espa pkm

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2026, 6:57:04 μμ
Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2025 10:39

Αναπολώντας τα παιδικά μας Χριστούγεννα

Γράφει ο Νίκος Σιάνας.

 

Οι παιδικές αναμνήσεις λένε οι ψυχολόγοι, διατηρούνται ζωντανές και συνοδεύουν τον άνθρωπο σ' όλη του τη η ζωή.

Αν μάλιστα αυτές είναι καλές τις αναπολεί σε κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία. Όλοι εμείς της λεγόμενης τρίτης ηλικίας με την ευκαιρία των Χριστουγέννων φέρνουμε στο νου μας με νοσταλγία τα παιδικά μας Χριστούγεννα και όπως τα γιορτάζαμε τότε στα χωριά μας, σε αντίθεση με το σήμερα έσφυζαν από κόσμο το και ζωντάνια.

Παιδιά εμείς τότε, ζούσαμε πολύ έντονα τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.

Τούτες τις Άγιες ημέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, εικόνες και παραστάσεις μιας άλλης εποχής ξαναζωντανεύουν νοερά στο μυαλό μας.

Εικόνες και παραστάσεις μιας όχι και τόσο μακρινής εποχής φτωχική μεν αλλά ανθρώπινη που όταν έβγαζαν το ψωμί από το φούρνο μοσχοβολούσε η γειτονιά.

Όμορφοι καιροί, όμορφες συνήθειες με την απλότητα της ζωής, τα ήθη τα έθιμα και τις παραδόσεις να τηρούνται ζωής με θρησκευτική ευλάβεια.

Οι προετοιμασίες, η αυστηρή νηστεία και η προσευχή όλη την Τεσσαρακοστή μας υπενθύμιζαν πως έρχονται τα Χριστούγεννα. Όλα τα δωδεκάβραδα εμάς τα παιδιά μας κυρίευε ο φόβος από τις ιστορίες" που μας λέγανε οι παππούδες μας για τους καλικάντζαρους. Εκείνα τα χρόνια στα χωριά οι τουαλέτες ήταν έξω σπίτι σε μια άκρη της αυλής και ο πηγαιμός μέσα στην νύκτα στην τουαλέτα ήταν μια πάλη με τον φόβο των καλικαντζάρων.

Να μη λερώνετε το μονοπάτι έλεγαν οι μεγάλοι προς την τουαλέτα μας γιατί οι καλικάντζαροι κάνουν γάμους τις νύχτες  και μπροστά από τον κόσμο του γάμου προπορεύονται οι εμπροσθοφύλακες και αν σε βρουν να λερώνεις το μονοπάτι σε κάνουν μαύρο στο ξύλο. Οι νοικοκυρές πάλι, τα δωδεκάβραδα και μέχρι του Ιωάννη του Προδρόμου, από το βράδυ ως το πρωί δεν άφηναν άπλυτες τις κατσαρόλες γιατί λέγανε οι καλικάντζαροι άνοιγαν τη νύχτα τις κατσαρόλες και αν ήταν άπλυτες έφτυναν μέσα στα πιατικά και τις κατσαρόλες της ανοικοκύρευτης σπιτονοικοκυράς.

Παραμονές Χριστουγέννων άκουγες από, την μια άκρη ως την άλλη του χωριού τις φωνές από τα γουρούνια που έσφαζαν οι εφήμεροι σφάχτες των χωριών. Ένας τέτοιος ήταν και ο δικός μου ο παππούς, ο Χρήστος Παναγιωτίδης της με το παρατσούκλι Χότζας επειδή παιδί στον Πόντο φορούσε κάτι σαν φουστάνι. Ως αμοιβή ο παππούς μου συνήθως έπαιρνε τα αμελέτητα των αρσενικών γουρουνιών που τηγανισμένα είναι ένας ξεχωριστός μεζές.  Από την άλλη για εμάς τα παιδιά, η ουροδόχος κύστη έπαιζε τον ρόλο της μπάλας όσο άντεχε. Δυστυχώς, αυτά και πολλά άλλα στις μέρες μας είναι πλέον μακρινές αναμνήσεις. Ήθη, έθιμα και παραδόσεις χρόνο με το χρόνο μένουν στο περιθώριο της ζωής μας. Έτσι είναι όμως η ζωή, εξελίσσεται και αλλάζει, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως χωρίς το χθες δεν μπορεί να γίνει λόγος για το σήμερα και αν θέλουμε να αξιολογήσουμε γενικά τη ζωή του του ανθρώπου είμαστε υποχρεωμένοι να στηριχθούμε περισσότερο στο παρελθόν γιατί το σήμερα και το αύριο είναι δεμένα τα περασμένα και τα μελλούμενα από το σήμερα. Έτσι η γνωριμία με το παρελθόν, με τα ήθη και έθιμα δεν πρέπει να έχει το στενό μόνο ενδιαφέρον μιας απλής ιστορικής ενημέρωσης ούτε όμως και από καθήκον προς τη μόρφωση, αλλά, θα πρέπει να ανήκει στις αξιώσεις της εθνικής μας ζωής και σαν τέτοιο είναι χρέος και καθήκον όλων μας να συμβάλλουμε, όσο αυτό είναι εφικτό, στην διατήρηση και διάδοση των παραδόσεων μας. Γιατί ένας λαός που χάνει τα ήθη τα έθιμα και τις παραδόσεις το είναι σαν τον άνθρωπο που έχει χάσει το μνημονικό του και έχει πάθει αμνησία.

Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τους προβληματισμούς και τις νοσταλγίες και ας υποδεχθούμε τον νέο χρόνο με τα κάλαντα από την περιοχή της Αργυρούπολης του Πόντου και συγκεκριμένα από το χωριό Ωραιόκαστρο ή Χάτσ Καλέ.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία

 Χρυσόγερον απάντησε με την χρυσήν μαμέλαν

 Στην ράβδον απεκούμπεσεν κ' απάν επελογέθεν

Η ράβδος έτον ο Χριστόν κι η ρίζα η Παναγία

Τα κλάδα (ε) έτον άγγελοι, τα φύλλα οι προφήται

κάθουσαν κι επροφήτευαν και τη Χριστού τα πάθη.

 Πουλίν έρθεν κι εκώνεφεν απάν και'ς σο κλωνάριν

Το έναν το φτερόν άθε’ ς σ’ε αίμαν έτον βαμμένον.

και τ' άλλο το φτερον αθε χαρτίν καταγραμμένον.

ούτε Ούτε παπάς εδέβασεν ούτε Μητροπολίτης

Έναν παιδίν καλόν παιδίν τη ορφανής το τέκνον

Σίτα(ε) δεβάζ' και σίτα κλαίει, σίτα την καρδαν κρούει.

Αλί εμάς και βάϊ εμάς, επάρθεν και το σκαμνίν, επάρθεν αφεντία

Μοιρολογούν οι εκκλησιές και κλαίν' τα μοναστήρια

Μοιρολογά κι Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι

Τα παραπάνω κάλαντα είναι μια αξιοπρόσεκτη παραλλαγή, με παρεμβολή στίχων από αλλότρια δημοτικά τραγούδια συγκεκριμένα  από την άλωση της βασιλεύουσας, φαινόμενο σύνηθες στην Ποντιακή δημοτική ποίηση. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η αναφορά στα πάθη του Χριστού, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ο Άγιος Βασίλειος, σαν σύμβολο αγάπης προς τα μικρά παιδιά με δώρα ή σαν προστάτης των Γραμμάτων.

Η καταγραφή έγινε από το περιοδικό Ποντιακή Εστία" το 1978 τεύχος 24ο σύμφωνα με την αφήγηση της Παναγιώτας Μητροπούλου από το Ωραιόκαστρο  Θεσσαλονίκης, η οποία είχε γεννηθεί στο Χάτσ - Καλέ της Αργυρούπολης του Πόντου και θυμόταν το παραπάνω ποίημα από τα μαθητικά της χρόνια στο Δημοτικό σχολείο της γενέτειράς της.

Καλή Χρονιά στην πατρίδα μας

Καλή Χρονιά στον όπου γης Ελληνισμό.

 Καλή Χρονιά στον εκδοτικό οργανισμό " ΕΙΔΗΣΕΙΣ" ΠΡΩΙΝΗ