Πέλαγος λέγεται η θάλασσα που μας χωρίζει από τους απέναντι, ενώ ωκεανός (από το ωκύς + το ρ. νάω) είναι το γρήγορο θαλάσσιο ποτάμι. Στη δωρική διάλεκτο, την αρχαιοτέρα των διαλέκτων, η θάλασσα λέγεται σάλασσα, από όπου ο σάλος και το ρήμα σαλεύω. Οι πρώτοι οδοί ήταν οι θαλάσσιοι και οι καλύτεροι ναυτικοί, οι πλέον πρωτοπόροι και τολμηροί στην αρχαιότητα ήταν οι Μινύες.
Η ιστορία των παππούδων και των γιαγιάδων μας, η ιστορία των Ελλήνων του Πόντου είναι ένα από τα πλέον ένδοξα και πένθιμα συνάμα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού έθνους, που σταματούν τη ροή του χρόνου, καθώς αναφέρονται στη ζωή και στην εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού από τις πατρογονικές του εστίες. Από μέρη που είναι γνωστά από την εποχή του μύθου και του θρύλου. Από τα χρόνια του Φρίξου και της Έλλης, του Ιάσονα και της Αργοναυτικής εκστρατείας, του Ηρακλή, του Θησέα και των Αμαζόνων, του Ορέστη, της Ιφιγένειας και της τραγικής Μήδειας. Από μικρές πατρίδες, μυρωμένες με την ανάσα του πεύκου, τραγουδισμένες με το κελάρυσμα των νερών και τον ήχο της ποντιακής λύρας. Από χωριά και κωμοπόλεις, όπου «το κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένο κι από έναν άγιο, με άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια», κατά πώς θα έλεγε ο Ρίτσος. Αλλά κι από πανάρχαιες πόλεις, ιστορικές, που αγκαλιάζουν τα μαυροθαλασσίτικα ακρογιάλια όπως η Σινώπη, η Σαμψούντα, η Οινόη, η Φάτσα, τα Κοτύωρα, η Κερασούντα, η Τρίπολη, η Τραπεζούντα, τα Σούρμενα, ο Όφις, η Ριζούντα κ.ά. Αλλά και πόλεις-φρουρούς πάνω σε βουνά και δίπλα σε ποτάμια: η Αμάσεια, η Σεβάστεια, η Τοκάτη, η Νικόπολη, η Νεοκαισάρεια, η Σαφράμπολη, η Αργυρούπολη, η Κρώμνη, η Κασταμονή και η επτάκωμη Σάντα. Πόλεις «Ελληνίδας», κατά τη φράση του Ξενοφώντα, φωτισμένες από το φανάρι του Διογένη, διαποτισμένες από το πνεύμα του γεωγράφου Στράβωνα και υμνημένες από την άοκνη πένα του Δημήτρη Ψαθά.
Και πιο πέρα, στον Καύκασο, μέσα από τη ρωγμή του ματωμένου βράχου ξεπηδά το προμηθεϊκό φως, με φορείς τους αετούς της Τραπεζούντας και τους οπλαρχηγούς του ’21: τους Κομνηνούς και τους Υψηλάντηδες. Με θρησκευτικές μορφές τον Γερμανό Καραβαγγέλη της Αμάσειας και τον Χρύσανθο Φιλιππίδη, Μητροπολίτη Τραπεζούντος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Αλλά και με διάλεκτο που μιλιέται ως τα σήμερα και σώζει ακέραιες τις αρχαίες ελληνικές λέξεις σε χωριά, γαντζωμένα σε δασοσκέπαστες πλαγιές και σε βαθύσκιωτα φαράγγια, όπως η Τόνια, η Λιβερά, το Κατωχώρ’, η Λαραχανή, η Ότσαινα, η Όλασα κ.ά. Από τέτοια μέρη ξεριζώθηκαν οι πρόγονοί μας, ύστερα από 26 αιώνων ζωή, που τη συνέθεταν η χαρά, οι μνήμες και ο πόνος.
Ο Όμηρος, ο μεγαλύτερος ποιητής όλου του κόσμου κι όλων των εποχών, περιγράφει τον Πόντο με τα παρακάτω επίθετα: Απείριτος (απέραντος), ευρύς, μεγακήτης (με άφθονα θαλάσσια τέρατα), ηεροειδής (σκοτεινός), μέλαψ (μαύρος), οίνοψ (σε χρώμα οίνου) και ιχθυόεις (με πολλά ψάρια). Στην Ιλιάδα ο Πόντος ονομάζεται ικάριος και θρηίκιος (θράκιος). Ο Ησίοδος τον ονομάζει ατρύγετον (ακαταπόνητο). Από την Ηράκλεια του Πόντου καταγόταν ο αρχαίος Έλληνας αστρονόμος Ηρακλείδης Ποντικός, που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Γεωγραφικά ο Πόντος τοποθετείται στο βορειοανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας από το αρχαίο Τίειον ως την αρχαία Φάσιδα κι από τα μαυροθαλασσίτικα ακρογιάλια ως τα μεσόγαια, σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Tα παράλια του Πόντου κατοικήθηκαν από τους κατοίκους της Μιλήτου με την ίδρυση της Σινώπης κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. Το 756 π.Χ. ιδρύεται η Τραπεζούντα, την οποία αναφέρει ο Ξενοφών ως «πόλιν Ελληνίδα οικουμένην εν τω Ευξείνω Πόντω». Κατά την εποχή του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορα -που ονομάστηκε και Μέγας- το βασίλειο του Πόντου περιελάμβανε, εκτός από τη λεγόμενη Ποντική Καππαδοκία και ολόκληρη την περιοχή από τα σύνορα της Βιθυνίας ως την Κολχίδα, μέρος της Παφλαγονίας καθώς και τη Μικρά Αρμενία.
Από το 1204, όταν καταλήφθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους, ο Πόντος αποτέλεσε ιδιαίτερο κράτος με την επωνυμία «Αυτοκρατορία των Κομνηνών» και πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Μετά την άλωση της Τραπεζούντας, το 1461, από το Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, οι χριστιανικοί πληθυσμοί των παραλίων περιοχών του Πόντου αναγκάζονται να καταφύγουν στους ορεινούς όγκους των ποντιακών βουνών, προκειμένου να αποφύγουν τη νέα και οδυνηρή γι’ αυτούς κατάσταση. Έτσι, αναπτύσσονται ορεινοί οικισμοί από Έλληνες, που στο εξής προτιμούν να ζουν στις δύσβατες κι απρόσιτες μεσόγαιες περιοχές του Πόντου, προκειμένου να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και τη βία, διατηρώντας ταυτόχρονα την εθνική συνείδηση και θρησκεία τους.
Στις διάφορες ιστορικές περιόδους τα όρια του Πόντου μεταβάλλονται θεαματικά ανάλογα με τις ιστορικές εξελίξεις και τους συσχετισμούς των δυνάμεων της κάθε εποχής. Όλη η περιοχή του Πόντου τέμνεται κατά μήκος από την οροσειρά του Παρυάδρη. Πολλά βουνά είναι γνωστά με το γενικό όνομα Ποντικά Όρη ή Ποντικές Άλπεις. Οι κυριότεροι ποταμοί του Πόντου είναι ο κοκκινωπός Άλυς (Κιζίλ Ιρμάκ), ο πρασινόχρωμος Ίρις (Γεσίλ Ιρμάκ), ο Λύκος, ο Γιάμπολης, που κατέρχεται από τα βουνά της Σάντας, ο πλατύς Αντίταυρος, ο Γλαύκος, ο Ίππος, ο Θερμώδοντας, γνωστός κι από το μύθο των Αμαζόνων, ο Οίνιος, ο Μελάνθιος, ο Κάνις (Χαρσιώτης), ο Πυξίτης (Δαφνοπόταμος), ο Όφις, γνωστός και για τη χαμηλή θερμοκρασία των νερών του, ο Ρίζαιος, ο Ζύγατις, ο Πρύτανις, ο Άρχαβις, ο Κίσσας, ο Άψαρος, καθώς κι εκατοντάδες μικροί ποταμοί και παραπόταμοι.
Η Αργοναυτική Εκστρατεία
Η εκστρατεία του Ιάσονα με τους Αργοναύτες στην Κολχίδα για την απόκτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς μύθους της αρχαιότητας. Η γέννηση του μύθου τοποθετείται στον 13ο αιώνα π.Χ., όταν ο Φρίξος και η Έλλη, παιδιά του βασιλιά της Βοιωτίας Αθάμαντα και της Νεφέλης, κατέφυγαν στην Κολχίδα, για να σωθούν από τις διαπλοκές της μητριάς τους Ινούς.
Ο Φρίξος και η Έλλη ταξίδεψαν πάνω στη ράχη ενός ιπτάμενου χρυσόμαλλου κριαριού, που τους χάρισε η μητέρα τους Νεφέλη, για να τους σώσει από τη θυσία. Την ώρα που πετούσαν πάνω από το Βόσπορο, η Έλλη ζαλίστηκε. Έπεσε και χάθηκε μέσα σ’ ένα στενό, που από τότε φέρει το όνομα Ελλήσποντος. Ο Φρίξος συνεχίζοντας το ταξίδι φτάνει στην Κολχίδα, όπου τον δέχεται ο βασιλιάς Αιήτης και τον παντρεύει με την κόρη του Χαλκιόπη. Εκεί θυσιάζει το χρυσόμαλλο κριάρι στον Δία και χαρίζει στον πεθερό του το δέρας του. Ο Αιήτης κρεμά το πολύτιμο δέρας σε μια βελανιδιά μέσα στο άλσος του Άρη, και βάζει να το φυλάει έναν άγρυπνο δράκοντα. Αργότερα, στην πλοκή του μύθου, εμ-φανίζεται και ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα.
Στην Ιωλκό της Θεσσαλίας βασίλευε τότε ο Πελίας, που σφετερίστηκε τον θρόνο από τον αδελφό του Αίσονα. Ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα, όταν μεγάλωσε, πήγε στο θείο του, τον Πελία, και του ζήτησε τον θρόνο. Ο νεαρός άνδρας παρουσιάστηκε φορώντας ένα μόνο σανδάλι. Ο Πελίας τρόμαξε, γιατί είχε προειδοποιηθεί από το μαντείο των Δελφών ότι κινδύνευε από έναν άνδρα μονοσάνδαλο και για ν’ απαλλαγεί από τον Ιάσονα, του υποσχέθηκε να του παραδώσει τον θρόνο, αφού πρώτα του έφερνε το χρυσόμαλλο δέρας από την Κολχίδα, κάτι που θεωρούνταν ακατόρθωτο. Τότε, ο Ιάσονας ανέθεσε την κα-τασκευή ενός κατάλληλου για την εκστρατεία πλοίου στον Άργο, γιο του Φρίξου. Το πλοίο πήρε το όνομα «Αργώ» από το ναυπηγό του τον Άργο και είχε θέσεις για πενήντα κωπηλάτες. «Αργώ» σημαίνει, επίσης, κάτι το πολύ γρήγορο. Και φωτεινό.
Ο Ιάσονας πήρε μαζί του στο ταξίδι ξακουστούς Έλληνες: τον Τίφυ, κυβερνήτη του καραβιού, τον Άργο, τον Ηρακλή, το Θησέα, τον Ορφέα, τον Μελέαγρο, τον Πολυδεύκη, τα παιδιά του Βορέα, Κάλαϊ και Ζήτη, τους γιους του Θησέα, Δημοφώντα και Ακάμαντα, τον Πηλέα, τον Επίφημο και πολλούς άλλους. Όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στην Κολχίδα, ο βασιλιάς Αιήτης υποσχέθηκε πως θα παραδώσει στον Ιάσονα το χρυσόμαλλο δέρας, εάν κατάφερνε να περάσει τις δοκιμασίες που θα του έβαζε. Του ζήτησε να σκοτώσει ένα τρομερό φίδι (δράκο) και να σπείρει τα δόντια του σ’ ένα χωράφι, οργώνοντάς το με δύο χαλκοπόδαρους ταύρους, που έβγαζαν φωτιά από τα ρουθούνια τους. Επι-πλέον, να σκοτώσει τους πάνοπλους γίγαντες που θα ξεπετάγονταν μετά τη σπορά.
Η κόρη του Αιήτη, η Μήδεια, της οποίας το όνομα συνδέεται με τη Φαρμακευτική, κατορθώνει και κοιμίζει το δράκο. Παίρνουν τότε με τον Ιάσονα το χρυσόμαλλο δέρας και φεύγουν από την Κολχίδα, κυνηγημένοι από τους Κόλχους. Η Μήδεια, για να κερδίσουν χρόνο, έσφαξε τον αδελφό της Άψυρτο και πέταξε τα μέλη του στη θάλασσα, οπότε ο Αιήτης έχασε πολύτιμο χρόνο για να περισυλλέξει τα κομμάτια του γιου του κι έτσι οι Αργοναύτες απομακρύνθηκαν από την Κολχίδα.
Έπειτα από πολλές περιπέτειες ο Ιάσονας φθάνει στην Ιωλκό και παραδίδει στον Πελία το δέρας. Κατόπιν, πηγαίνει στον Ισθμό για να αφιερώσει την Αργώ στον Ποσειδώνα. Ο Πελίας αρνείται και πάλι να του παραδώσει τον θρόνο. Η Μήδεια, για να τον εκδικηθεί, πείθει τις κόρες του να τον σκοτώσουν. Μετά το φόνο του Πελία ο Ιάσονας και η Μήδεια εγκαθίστανται στην Κόρινθο και αποκτούν δύο γιους, το Μέρμερο και το Φέρητα. Τα δύο αυτά παιδιά θα σκοτωθούν κατόπιν από την ίδια τη μάνα τους, ως εκδίκηση στον Ιάσονα που στο μεταξύ την έχει εγκαταλείψει. Το φρικτό αυτό δράμα θα εμπνεύσει τον Ευριπίδη να γράψει τη γνωστή τραγωδία «Μήδεια».
Η αποκωδικοποίηση του μύθου της αργοναυτικής εκστρατείας οδηγεί στο χρυσάφι της Κολχίδας, που κατά την επικρατέστερη εκδοχή βρισκόταν στην κοιλάδα του ποταμού Φάση, στην ανατολική περιοχή της Τραπεζούντας. Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής μπορούσαν να περισυλλέγουν ψήγματα χρυσού, χρησιμοποιώντας δέρματα προβάτων, που τα βύθιζαν στις άκρες της κοίτης του ποταμού. «Πηγή: Οι Ρίζες Μας – Πόντος – Καύκασος - Χωρύγι Κιλκίς, της Αρχοντούλας (Αρχόντισσας Κωνσταντινίδου και του Νίκου Κωνσταντινίδη).



