espa pkm

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2026, 9:42:46 μμ
Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2026 08:39

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ: Το Μυθιστόρημα Του Νίκου Κωνσταντινίδη “Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα”

 Γράφει ο Παναγιώτης Σερ Χανός Δημοσιογράφος – Συγγραφέας.

Υπάρχουν βιβλία που τα ανοίγεις. Και υπάρχουν βιβλία που σε ανοίγουν εκείνα. Τα βιβλία του Νίκου Κωνσταντινίδη είναι από αυτά που σε ταξιδεύουν σε ανοιχτούς ορίζοντες.

Είναι βιβλία αντίστασης σε μια εποχή παρακμής. Κάποιοι θέλουν να τελειώνουν με το παρελθόν, κατεδαφίζοντας την Ιστορία. Προσπαθούν  να αποσυνθέσουν την παράδοση και την ταυτότητα των μικρών εθνών της περιφέρειας με βάση τις επιταγές και τα προτάγματα  της δυτικής  ιστορικής και κοινωνιολογικής σκέψης.

Γίνεται λόγος για μια «σχολή» που στοχοποιεί σημεία για παράδειγμα της ελληνικής ιστορίας, όπως η περίπτωση των Σουλιωτών, που καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιστορική συνείδηση, το Ζάλογγο, το Κούγκι, το κρυφό σχολειό, η Αγία Λαύρα κ.ά., τα οποία καταδεικνύονται ως σημαίνοντα στο υποσυνείδητο των Ελλήνων και ταυτίζονται με την εθνική αγωνιστική διάθεση.

Για τον συγκεκριμένο  λόγο επιχειρείται να πληγεί η αληθοφάνεια των γεγονότων αυτών και ο ηρωικός χαρακτήρας των ατόμων, που σχετίστηκαν με αυτά τα γεγονότα. Αύριο οι ίδιοι θα επιχειρήσουν να απαξιώσουν ιστορικά από το μέγα ζήτημα της Ποντιακής γενοκτονίας, μέχρι και της βάρβαρης εισβολής στην Κύπρο. Όμως η Ιστορία ούτε τελειώνει, ούτε κατεδαφίζεται. Ζει στις μνήμες του Ποντιακού λαού, φωλιάζει μέσα στα χαλάσματα της διχοτομημένης με αίμα Μεγαλονήσου και αναβιώνει με σπαραγμό τις σφαγές στους πρόχειρους τάφους των αδικοχαμένων Χριστιανών της Συρίας.

Έτσι και η «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» του Νίκου Κωνσταντινίδη δεν στοχοποιεί την Ιστορία, αλλά την αναπαράγει με ευλάβεια. Είναι βιβλίο που δεν ζητά απλώς να το διαβάσεις. Σε πιάνει από τον γιακά και σε σέρνει μέσα στα ερείπια. Και μετά, με μια σχεδόν σαδιστική τρυφερότητα, σου ψιθυρίζει: «Κοίτα. Μη γυρίζεις το κεφάλι». Τέσσερα ορφανά αδέλφια. Δύο αγόρια, δύο κορίτσια. Από τη ματωμένη γη της Παλαιστίνης. Από εκεί όπου ο ουρανός δεν βρέχει πια νερό αλλά σίδερο. Από εκεί όπου τα παιδικά παιχνίδια έχουν αντικατασταθεί από σειρήνες. Χάνονται μεταξύ τους στους προσφυγικούς δρόμους της Ευρώπης – αυτής της Ευρώπης που μιλά για αξίες, ενώ ταυτόχρονα μετρά σύνορα, φράχτες και ποσοστά απορρόφησης ανθρώπινου πόνου.

Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται. Δεν ωραιοποιεί. Δεν ρίχνει φίλτρα ρομαντισμού στα χαλάσματα. Τα παιδιά του δεν είναι «σύμβολα». Είναι πεινασμένα. Φοβισμένα. Ορφανεμένα – όχι μόνο από γονείς, αλλά και από την πολυτέλεια να ονειρεύονται. Κι αυτό πονάει περισσότερο από κάθε βομβαρδισμό. Και δίπλα τους; Γέροι που περιμένουν τον τάφο τους σαν παρηγοριά, σαν τελευταία ζεστασιά. Μάνες που σκεπάζουν τα παιδιά τους με το σώμα τους – γιατί όταν η ανθρωπότητα αποτυγχάνει, το μητρικό ένστικτο αναλαμβάνει καθήκοντα ασπίδας.

Η ειρήνη, λέει ο Κωνσταντινίδης, είναι παντέρμη και ανέστια. Ηττημένη. Σαν πρόσφυγας κι αυτή. Σαν να ζητά άσυλο στον ίδιο της τον πλανήτη. Το βιβλίο είναι καυστικό χωρίς να φωνάζει. Σαρκαστικό χωρίς να γίνεται κυνικό. Γιατί τι πιο μαύρο χιούμορ από το να μιλάμε για «παράπλευρες απώλειες», όταν πρόκειται για παιδιά; Τι πιο ειρωνικό από το να συζητούν οι ισχυροί για «στρατηγικές ισορροπίες», ενώ τέσσερα αδέλφια ψάχνουν το ένα το άλλο μέσα σε σκηνές, λάσπες και πρόχειρες κουβέρτες; Και κάπου εδώ, ο Έλληνας αναγνώστης δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος.

Γιατί η προσφυγιά δεν είναι ξένη λέξη για εμάς. Είναι οικογενειακή υπόθεση, ζωντανή, καθημερινή ιστορία. Είναι γιαγιάδες που ήρθαν με ένα μπαούλο και μια εικόνα. Είναι παππούδες που άφησαν πίσω τους σπίτια, χωράφια, νεκρούς. Είναι το «θα γυρίσουμε» που δεν έγινε ποτέ. Η Γάζα δεν είναι μακριά όταν κουβαλάς Σμύρνη, Καλλίπολη, Σηλυβρία, Μάδυτο, Πόντο, Καύκασο μέσα στο αίμα σου.

Ο Νίκος Κωνσταντινίδης ξέρει τι σημαίνει ρίζα και ξερίζωμα. Γεννημένος στο Χωρύγι Κιλκίς, παιδαγωγός στη Στοκχόλμη, δάσκαλος μητρικής γλώσσας σε παιδιά μεταναστών, διερμηνέας, μεταφραστής, πρόεδρος κοινοτήτων, άνθρωπος της διασποράς – δεν γράφει από απόσταση ασφαλείας. Έχει αφιερώσει τη ζωή του στη γλώσσα, στη μνήμη, στην ταυτότητα. Έχει ιχνηλατήσει ρίζες στον Πόντο και στον Καύκασο. Έχει γράψει για «Δακρυσμένα Χώματα». Ξέρει ότι η γη μπορεί να ποτιστεί και με δάκρυ και με αίμα. Και ίσως γι’ αυτό η «Ηλιαχτίδα» του δεν είναι αφελής. Δεν υπόσχεται εύκολη λύτρωση. Δεν μοιράζει θαύματα.

Η ελπίδα εδώ δεν είναι πυροτέχνημα. Είναι πείσμα. Είναι η επιμονή τεσσάρων παιδιών να ξανασμίξουν, όταν ο κόσμος γύρω τους διαλύεται σε κομμάτια. Είναι η απόφαση να παραμείνεις άνθρωπος, όταν όλα σε σπρώχνουν να γίνεις αριθμός. Το πιο οδυνηρό; Ότι διαβάζοντας, καταλαβαίνεις πως αυτό δεν είναι «μυθοπλασία». Είναι καθρέφτης. Κι εμείς στεκόμαστε μπροστά του πίνοντας τον καφέ μας, κρατώντας την εφημερίδα μας, διαβάζοντας ειδήσεις στο διαδίκτυο ανάμεσα σε διαφημίσεις. Και προβληματιζόμαστε...

Προβληματιζόμαστε γιατί η «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για τέσσερα παιδιά. Είναι μια γροθιά στο στομάχι της βολικής μας αδιαφορίας. Μια υπενθύμιση ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν σιωπούν τα όπλα, αλλά όταν σταματούν να γεννιούνται ορφανά. Και αν ψάχνετε φως, θα το βρείτε. Αλλά μην περιμένετε να είναι εκτυφλωτικό. Είναι εκείνη η μικρή, επίμονη ηλιαχτίδα  που λάμπει μέσα από τα χαλάσματα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ 2