Αρθρογραφία
Γράφει ο Παύλος Κουτσοβίτης, ψυχίατρος.
Η καθημερινότητά μας είναι πιεσμένη, οι υποχρεώσεις «τρέχουν» και τα έξοδα είναι πολλά. Μέσα στη δίνη του στρες δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο γρήγορα περνάνε οι ώρες και οι μέρες. Παραμελούμε τον εαυτό μας και τις ανάγκες μας, χάνουμε την ψυχική μας ηρεμία και κινδυνεύουμε να μην απολαμβάνουμε το δώρο της ζωής όσο θα έπρεπε.
Θ. Βαφειάδης: Περί των δερμάτινων ειδών εξάρτησης των αλόγων
Συντάκτης: Eidisis.grΓράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.
Όταν πριν από λίγους μήνες άρχισε το τρελό ράλι στις τιμές των καυσίμων κάποιοι έσπευσαν να αστειευθούν γράφοντας ότι έτσι όπως πάει το πράγμα οσονούπω θα παρατήσουμε τα αυτοκίνητα και θα επιστρέψουμε στα κάρα και στα άλογα. Οι περισσότεροι θεώρησαν το αστείο υπερβολικό και μια τέτοια προοπτική εξωφρενική, έλα όμως που ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία και από τους πλέον ευφάνταστους.
Οι Τούρκοι πούλησαν τα κόκκαλα σφαγιασθέντων Ελλήνων και Αρμενίων που κατακρεούργησαν οι ίδιοι
Συντάκτης: Eidisis.grΓράφει ο Κωνσταντίνος Βαστάκης, Θεολόγος, πρώην Λυκειάρχης.
Η απόφαση και εκτέλεσή τους:
Δύο χρόνια είχαν περάσει μετά τη μικρασιατική καταστροφή και το αχόρταγο τέρας της Ανατολής, που ακούει στο όνομα «Τουρκία» σκέφτηκε να βρει ευκαιρία να πουλήσει τα κόκκαλα των Ελλήνων και των Αρμενίων, τους οποίους είχε σφάξει με όργανα τους Τσέτες του Μουσταφά Κεμάλ. Το 1924 οι βιομηχανίες της Μασσαλίας αναζητούσαν κόκαλα για εμπορευματοποίηση. Οι Τούρκοι άρπαξαν την ευκαιρία και πούλησαν στους Γάλλους 400 τόνους κόκαλα σφαγιασθέντων Ελλήνων και Αρμενίων που αντιστοιχούσαν σε 50.000 ανθρώπους.
Ήταν Οκτώβρης του 1982, ακριβώς πριν 40 χρόνια, όταν πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ήταν η τρίτη φορά μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (μεταπολίτευση), οι προηγούμενες πραγματοποιήθηκαν το 1974 και το 1978.
Γράφει ο Χρήστος Σπίγκος.
Κάθε τέτοια ημέρα αποθεώνεται η μνήμη, και μαζί της έρχεται η γνωστή κουβέντα που αμφισβητεί, απαξιώνει και αποκαθηλώνει. Από την άλλη πλευρά φορτισμένες απαντήσεις κινδυνεύουν να ροκανίσουν την οφειλόμενη διαχρονική συμπαράταξη όλων απέναντι σε επίβουλους της ομαλότητας της λειτουργίας του Πολιτεύματος.
Γράφει ο Νίκος Σιάνας.
Σε λίγες εβδομάδες η μαύρη επετειακή για τον ελληνισμό χρονιά θα περάσει στα κιτάπια της ιστορίας.
Μια χρονιά που πυροδότησε το ενδιαφέρον όχι μόνο ανάμεσα στους ειδικούς ερευνητές της ιστορίας, αλλά και ανάμεσα σε ανθρώπους που ασχολούνται μαζί της αποσπασματικά και περιστασιακά. Απαντήσεις στο τι συνέβη, ποιος έφταιξε και φτάσαμε στην Μικρασιατική Καταστροφή δόθηκαν μέσα από νέες εκδόσεις βιβλίων και νέα στοιχεία είδαν το φως της δημοσιότητας. Μεγάλο και το ενδιαφέρον των νεότερων Ελλήνων που θέλουν να μάθουν περισσότερα για το τι συνέβη πριν εκατό χρόνια.
Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.
ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ.
Βρισκόταν στο Ο.Τ 192, επί της οδού 21ης Ιουνίου αρ.26 και ήταν ένα τριώροφο κτίριο, που ανεγέρθηκε το 1923. Οι διαστάσεις του ήταν 15Χ30 μ. και οι όψεις του λιτές χωρίς κανένα διάκοσμο. Η τοιχοποιία ήταν από λιθοδομή και πλινθοδομή και η στέγη ξύλινη με επικάλυψη κεραμιδιών. Το δάπεδο του ισογείου ήταν στρωμένο με σκυρόδεμα και τα μεσοπατώματα ήταν ξύλινα, το ίδιο και η εσωτερική σκάλα.
Σήμερα του Αγίου Μηνά του ‘θαυματουργού’ ο λαός μας με την επίκλησή του, του προσέδωσε την ικανότητα να ανευρίσκει κανείς τα όποια κλοπιμαία ή να φανερώσει άλλα απολεσθέντα…, παρετυμολογώντας το Μηνάς-μηνώ=φανερώνω, εφευρίσκω…
Η καταστροφή της Σμύρνης (1922) και ο ASA KENT JENNINGS
Συντάκτης: Eidisis.grΓράφει ο Κωνσταντίνος Βαστάκης, Θεολόγος - πρώην Λυκειάρχης.
Την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία το 922 ακολούθησε η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού με χιλιάδες μικρασιάτες πρόσφυγες.
Στις 26 Αυγούστου 1922 οι ελληνικές αρχές εγκατέλειψαν τη Σμύρνη.
Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.
Οι δίδυμες καπναποθήκες Άγκο Ποπώφ επί της Βενιζέλου και η καπναποθήκη της Αυστροελληνικής επί της Ν. Παναγιώτου είναι οι μοναδικές που σώζονται από τις εννιά συνολικά που υπήρχαν στην πόλη μας. Οι υπόλοιπες κατεδαφίστηκαν πριν από 30 και πλέον χρόνια και μαζί τους χάθηκε και ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης, αφού τα πρωτοβιομηχανικά αυτά κτήρια πάντα αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο σημείο αναφοράς των κατοίκων.